Δελτίο Τύπου με αφορμή τα εγκαίνια της πρώτης αδειοδοτημένης ιδιωτικής μονάδας "πρόληψης" στην Ελλάδα
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΩΝ
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ
ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ
ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ
Αθήνα, 17/9/26
Δελτίο Τύπου
Σύμφωνα με την κυβέρνηση και συγκεκριμένα με τον Υπουργό
Υγείας, στις 16/9/26, υλοποιήθηκε μια ακόμα «σπουδαία
μεταρρύθμιση», καθώς εγκαινιάστηκε η πρώτη αδειοδοτημένη ιδιωτική μονάδα
πρόληψης των εξαρτήσεων στην Ελλάδα, γράφοντας ιστορία καθώς κατόρθωσε να περάσει όλα τα στάδια ελέγχου και να λάβει
την άδεια».
Η σπουδαία αυτή μεταρρύθμιση μας φέρνει αντιμέτωπους/ες με την σημερινή πραγματικότητα της ιδιωτικοποίησης του χώρου της απεξάρτησης και πρόληψης των εξαρτήσεων στη χώρα. Λίγα χρόνια πριν αναδεικνύαμε το γεγονός ότι ο χώρος της απεξάρτησης παραμένει σχετικά ανέπαφος από την επιχειρηματικότητα και τα ιδιωτικά κεφάλαια, γνωρίζοντας ότι αποτελεί στόχο και μια σοβαρή «ευκαιρία» ως φιλέτο κερδοφορίας στην βάση της εκμετάλλευσης του ανθρώπινου ψυχικού πόνου.
Η
συζήτηση για τις ιδιωτικές δομές πρόληψης και
αντιμετώπισης των εξαρτήσεων αφορά ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: Ποιος έχει την ευθύνη για την πρόληψη, τη
θεραπεία και την απεξάρτηση στη χώρα και
με ποιους όρους πρέπει να σχεδιάζονται και να παρέχονται αυτές οι
υπηρεσίες σε όσους/όσες το έχουν ανάγκη;
Η
πρόληψη και απεξάρτηση αποτελούν δημόσια ευθύνη και πρέπει να σχεδιάζονται και να παρέχονται
δωρεάν, σταθερά και αδιάλειπτα μέσα στην κοινότητα, μέσα από αποκλειστικά
δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες, υψηλής ποιότητας σε κάθε άνθρωπο που τις χρειάζεται.
Ο
κάθε θεραπευόμενος/η πρέπει να έχει τη
δυνατότητα πρόσβασης, χωρίς οικονομικούς φραγμούς, στην κατάλληλη για τον ίδιο
θεραπευτική διαδρομή, με συνέχεια στη φροντίδα, αξιοπρέπεια και σεβασμό στις
ανάγκες και στις επιλογές του.
Αυτό
προϋποθέτει ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα που μπορεί να παρέχει όλες τις
αναγκαίες, επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές κατευθύνσεις, ώστε η
θεραπεία να προσαρμόζεται στον άνθρωπο και στις ανάγκες του και όχι ο άνθρωπος
στο μοναδικό διαθέσιμο πρόγραμμα.
Η εξάρτηση και ο ψυχικός πόνος δεν μπορεί να
αποτελεί αγορά υπηρεσιών. Η δυνατότητα πρόληψης και θεραπείας δεν μπορεί να
εξαρτάται από το εισόδημα μιας οικογένειας ούτε από την ύπαρξη ή μη κάποιας
ιδιωτικής δομής.
Η παράλληλη ανάπτυξη μιας αγοράς ιδιωτικών
μονάδων πρόληψης και απεξάρτησης δημιουργεί ένα ουσιαστικό ερώτημα δημόσιας
πολιτικής υγείας: εάν οι διαθέσιμοι πόροι, το επιστημονικό προσωπικό και η
πολιτική προτεραιότητα θα κατευθύνονται πρωτίστως στην ανάπτυξη ενός πλήρους
δημόσιου και δωρεάν συστήματος ή εάν σταδιακά αλλά μεθοδευμένα θα διαμορφώνεται
ένας δεύτερος δρόμος πρόληψης και θεραπείας για όσους έχουν τη δυνατότητα να
πληρώνουν. Η επιλογή αυτή μπορεί
συστηματικά να υποβαθμίσει και τελικά να υποκαταστήσει το δημόσιο σύστημα
πρόληψης, θεραπείας και κοινωνικής ένταξης όπως το έχουμε δει να συμβαίνει
και σε άλλα κράτη.
Η
Πολιτεία έχει, παράλληλα, αυτονόητη υποχρέωση για αυστηρό, συστηματικό και
τακτικό έλεγχο όλων των ιδιωτικών κλινικών, μονάδων και ιατρείων σωματικής και
ψυχικής υγείας, ως προς την αδειοδότηση, τη στελέχωση, τις επιστημονικές
προδιαγραφές, την ασφάλεια και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Την ίδια
στιγμή που παρουσιάζεται ως «σπουδαία μεταρρύθμιση» το άνοιγμα μιας ιδιωτικής δομής πρόληψης των εξαρτήσεων που «γράφει ιστορία» στην Κηφισιά, εδώ και
30 χρόνια γράφουν ιστορία τα 75 Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής
της Ψυχοκοινωνικής Υγείας σε όλη την Ελλάδα,. Οι δομές αυτές λειτουργούν δωρεάν με παρουσία στις τοπικές κοινωνίες, στα
σχολεία, στις οικογένειες και στους νέους. Διέπονται από 7ετή Προγραμματική Σύμβαση η οποία προβλέπει κοινές προδιαγραφές δράσης,
επιστημονική εποπτεία και αξιολόγηση, ενιαίους κανόνες οικονομικής διαχείρισης
και αναλυτική καταγραφή των επιστημονικών και των οικονομικών δεδομένων τους.
Είναι
επομένως εύλογο να επισημαίνουμε μια αντίφαση:
Ένα
δίκτυο 75 Κέντρων που λειτουργεί επί δεκαετίες, παρέχει δωρεάν υπηρεσίες στις
τοπικές κοινωνίες και υπόκειται σε συγκεκριμένους θεσμικούς, επιστημονικούς και
οικονομικούς κανόνες, δεν μπορεί κάθε επτά χρόνια να βρίσκεται ξανά αντιμέτωπο
με την αβεβαιότητα για τη συνέχιση της λειτουργίας του, όντας εγκλωβισμένο σε
ένα άλυτο θεσμικό πρόβλημα, που έχει αναγνωριστεί σχεδόν από την αρχή της λειτουργίας
του.
Στις 26 Ιουνίου 2026, Παγκόσμια
Ημέρα κατά των ναρκωτικών, στη συνάντηση του Σωματείου μας με τον Υπουργό Υγείας, κ. Άδωνη Γεωργιάδη, διατυπώθηκε η δέσμευση ότι το Υπουργείο θα αναλάβει άμεσα
την πρωτοβουλία για την έναρξη του θεσμικού διαλόγου για τη νέα Προγραμματική
Σύμβαση για την λειτουργίατων Κέντρων Πρόληψης, ακόμη και μέσα στον Ιούλιο, με
στόχο η σχετική διαδικασία να έχει ολοκληρωθεί πριν τις εκλογές.
Χαιρετίσαμε
τότε αυτή τη δέσμευση.
Σήμερα
θεωρούμε αναγκαίο να περάσουμε από τη δέσμευση στην υλοποίηση.
Περιμένουμε την άμεση έναρξη
του επίσημου θεσμικού διαλόγου για τη νέα Προγραμματική Σύμβαση, με τη
συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων θεσμικών φορέων,μέσα στην θεσμική διαδικασία
που προβλέπεται, ώστε πολύ πριν από τη
λήξη της σημερινής Σύμβασης στις 31 Δεκεμβρίου 2027, να έχει διασφαλιστεί η
απρόσκοπτη συνέχεια του θεσμούτων Κέντρων Πρόληψης, η χρηματοδότησή του, η
επαρκής στελέχωσή του και ο κοινοτικός χαρακτήρας των δράσεων της Πρόληψης.
Η πρόληψη των εξαρτήσεωναπαιτεί
συνέχεια. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα προσωρινό πρόγραμμα με
ημερομηνία λήξης. Η διασφάλιση και η επίλυση των θεσμικών προβλημάτων των
Κέντρων Πρόληψης, θα ήταν μια πραγματική μεταρρύθμιση,
δίνοντας ξεκάθαρο μήνυμα στήριξης και αναγνώρισης του δημόσιου και δωρεάν
πυλώνα πρόληψης των εξαρτήσεων.
Σχόλια