Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Άρθρο του αντιπροέδρου του Σωματείου: "Για την πρόληψη και τη θεσμική της αναγνώριση"


Για την πρόληψη και τη θεσμική της αναγνώριση

Γιώργος Λεχουρίτης* | 01.12.2016










Η καλή υγεία του πληθυσμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ευημερία του, αλλά και τη διαθεσιμότητα του παραγωγικού-εργατικού δυναμικού και αντίστροφα. Η αλληλεξάρτηση μεταξύ οικονομικής, πολιτιστικής ανάπτυξης και υγείας έχει ιστορικά διαπιστωθεί.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ:  «Η έννοια της ποιότητας ζωής καθορίζεται τόσο από το πως αντιλαμβάνεται το άτομο τη θέση του στη ζωή, στο πολιτιστικό πλαίσιο και στο σύστημα αξιών μέσα στο οποίο ζει, όσο και από τους στόχους, τις προσδοκίες, το επίπεδο διαβίωσης και τα ενδιαφέροντα του.  Είναι μια ευρεία έννοια που επηρεάζεται ποικιλότροπα από τη φυσική και ψυχολογική κατάσταση του ατόμου, το επίπεδο ανεξαρτησίας του, τις κοινωνικές του σχέσεις και τις σχέσεις με το περιβάλλον του».
Η καλή υγεία του πληθυσμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ευημερία του, αλλά και τη διαθεσιμότητα του παραγωγικού-εργατικού δυναμικού και αντίστροφα. Η αλληλεξάρτηση μεταξύ οικονομικής, πολιτιστικής ανάπτυξης και υγείας έχει ιστορικά διαπιστωθεί.
Έτσι, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο άνθρωπος είναι μία ολοκληρωμένη φυσική και πνευματική ύπαρξη και είναι υποχρεωμένος να συνδυάζει τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες ζωής.
 Ο τρόπος ζωής (κάπνισμα, αλκοόλ, ναρκωτικά, διατροφή, επιθετικότητα, βία κτλ.) δεν είναι μία σταθερή κατάσταση, αλλά ένας παράγοντας που επηρεάζεται από τις συνθήκες ζωής (φυσικό, εργασιακό, πολιτισμικό, κοινωνικό, οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, οικονομική κατάσταση, διαφήμιση, μέσα επικοινωνίας,  βλ. Ολιστική Διαλεκτική Προσέγγιση).
Συνεπώς η ανθρώπινη συμπεριφορά, το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον αποτελούν αποφασιστικούς παράγοντες στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας και συνολικά της πρόληψης.
Πολλά, λοιπόν, από τα σύγχρονα ψυχοκοινωνικά προβλήματα στο βαθμό που σήμερα απαντώνται, είναι απόρροια του σύγχρονου μοντέλου ανάπτυξης σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο και κατ’ επέκταση των στάσεων, προτύπων και τρόπων ζωής, που το κυρίαρχο μοντέλο υπαγορεύει στους ανθρώπους (Ζαφειρίδης, 2000). Πιο συγκεκριμένα το μοντέλο αυτό, χαρακτηρίζεται από µια σειρά φαινομένων όπως ο έντονος ανταγωνισμός, η αναγωγή του πλούτου και της δύναμης σε υπέρτατη αξία, η εντατικοποίηση της εργασίας και των ρυθμών ζωής γενικότερα. Τα φαινόμενα αυτά που αποτελούν προτεραιότητες του συγκεκριμένου μοντέλου και υπηρετούν την επιβίωση του, δεν διασφαλίζουν µε κανένα τρόπο την ψυχική και σωματική υγεία του ανθρώπου.
Τουναντίον δημιουργούν μοναξιά, εγωκεντρισμό, παθητικότητα, αποπροσωποποίηση του ατόμου, αποκλεισμό όσων δεν ανταποκρίνονται στις απάνθρωπες απαιτήσεις του κυρίαρχου μοντέλου.
Δημιουργούνται δηλαδή µια σειρά από ψυχοπιεστικές συνθήκες που αποτελούν τροχοπέδη για την κάλυψη βασικών ανθρώπινων αναγκών, όπως η ανάγκη για συντροφικότητα, αλληλεγγύη, ειλικρινείς και έντιμες ανθρώπινες σχέσεις.
Η µη κάλυψη τέτοιων συναισθηματικών, πνευματικών και ηθικών αναγκών συνδέεται στενά µε την κατακόρυφη αύξηση της ατομικής ψυχοπαθολογίας και κατ’ επέκταση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων (Ζαφειρίδης, 1988).
Τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα λοιπόν που προκαλούνται µε αυτούς τους τρόπους, μπορούν να θεωρηθούν ως συμπτώματα ενός πολιτικοκοινωνικού συστήματος που βρίσκεται σε κρίση. Όσο, λοιπόν, συνεχίζεται η κρίση αξιών και οραμάτων που διέπει το αναπτυξιακό µας μοντέλο τόσο θα παρατηρούμε το φαινόμενο, τα ψυχοκοινωνικά προβλήματα να αυξάνονται και να γίνονται όλο και πιο δισεπίλυτα, παρά την αύξηση η/και τη βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών πρόληψης και θεραπείας.
Ένα πρόγραμμα πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας αποτελείται από τρία αλληλεξαρτώμενα βήματα: τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση.  Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει εφτά βασικούς άξονες που είναι: η επιλογή και η καταγραφή του πληθυσμού, η επισήμανση των αναγκών, ο καθορισμός στόχων, η καταγραφή συγκεκριμένων επιδιώξεων, η αποτίμηση πόρων και δυνατοτήτων, η περιγραφή της μεθοδολογίας και ο σχεδιασμός της αξιολόγησης(που εμπλουτίζει την συνολική παρέμβαση). Η εφαρμογή του προγράμματος αποτελεί την πράξη όλων όσων έχουν διατυπωθεί στο σχεδιασμό και η αξιολόγηση κάθε προγράμματος αφορά όλα τα στάδια και κυρίως τα αποτελέσματα από την επιστημονική ομάδα που το υλοποίησε.
Η πρακτική μας στην πρόληψη μας οδήγησε στο να εκτιμήσουμε  τις δραστηριότητες μας, με κριτήριο όχι πια την αντιμετώπιση του συμπτώματος, αλλά τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων που απαρτίζουν μια κοινότητα.
Εστιάζουμε λοιπόν την προσοχή μας περισσότερο στο ερώτημα «σε ποιους πληθυσμούς απευθυνόμαστε»;
Μας ενδιαφέρει λοιπόν να εστιάσουμε την προσοχή μας στις  γενικές ή καθολικές παρεμβάσεις που απευθύνονται σε όλο τον πληθυσμό μιας κοινότητας ο οποίος δεν έχει επιλεγεί με κριτήριο τον προσωπικό κίνδυνο που διατρέχει το κάθε μέλος να εξαρτηθεί από ουσίες.
Δεν επιλέγονται δηλαδή τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται μια τέτοια παρέμβαση, λόγω κάποιων χαρακτηριστικών τους (ψυχολογικών, κοινωνικών κ.ά.), που συνήθως θεωρούνται σχετικά προς τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών , αλλά οι παρεμβάσεις απευθύνονται σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη μιας ομάδας ή κοινότητας κ. λ. π.
Τέτοια προγράμματα για παράδειγμα είναι αυτά που γίνονται σε σχολεία(εκπαιδευτικοί και μαθητές), στην οικογένεια (γονείς), ή αυτά που στοχεύουν στην ενημέρωση του ευρύτερου κοινού.
Η εφαρμογή των προγραμμάτων Πρόληψης στο πλαίσιο της Κοινότητας, στηρίζεται στην ενεργητική/ βιωματική μάθηση, έχει δε σκοπό την αλλαγή στάσης, κουλτούρας και συμπεριφοράς της Κοινότητας ενισχύοντας την υπευθυνότητα, την επικοινωνία, την αυτοπεποίθηση, την αυτοεκτίμηση και τις δεξιότητες, ατόμων, ομάδων και τελικώς και της ίδιας της Κοινότητας ως σύνολο.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι παρεμβάσεις δεν εστιάζουν αποκλειστικά στο σύμπτωμα, δηλαδή στο «μη υγιές» κομμάτι μιας κοινότητας, αλλά στο αντίθετο: στο πόσο υγιείς μπορούν να γίνουν οι σχέσεις σε μια κοινότητα έτσι που να μειώνεται η ζήτηση εξαρτησιογόνων ουσιών. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνουμε να:
α) εστιάζουμε στη θετική πλευρά των σχέσεών μας και άρα να μην απογοητευόμαστε εύκολα,
β) να αποφεύγουμε την τάση να θεωρήσουμε την πρόληψη απλώς ως μια φιλανθρωπία ή ιεραποστολή ενημέρωσης, αφού τα προηγούμενα χρόνια αυτές οι πρακτικές αποδείχθηκαν εντελώς αποσπασματικές έως και επικίνδυνες,
γ) εστιάζουμε στην προαγωγή της ψυχικής υγείας για όλη την κοινότητα, δραστηριότητα που σχετίζεται με την ποιότητα ζωής του συνόλου των μελών της και
δ) αποφεύγουμε να στιγματίσουμε τα μέλη εκείνα που φαίνεται να διατρέχουν περισσότερο κίνδυνο.
Είναι σαφές λοιπόν από όλα τα παραπάνω ότι η πρόληψη δεν μπορεί εύκολα να τεμαχιστεί σε μέρη, χωρίς αυτά να βρίσκονται σε μια αρμονική και βιώσιμη συνεργασία.
Από την άλλη ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για την Πρόληψη δεν μπορεί να είναι ξεκομμένο από τις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις και τις κοινωνικές, οικονομικές συνθήκες. Πρέπει ακόμη να περιέχει ή να προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιων αρχών, απόψεων ή ιδεών, ώστε να μπορεί να επιτύχει τους στόχους του και να γίνει κοινωνικά αποδεκτό. Για το λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίος ο προσανατολισμός της θεσμικής αναγνώρισης της Πρόληψης  και του Πανελλαδικού Δικτύου Κέντρων Πρόληψης από την Πολιτεία, σε ένα λειτουργικά αυτόνομο και  καινοτόμο φορέα. (βλ. την ολοκληρωμένη πρόταση του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης)
Η αξία μιας πλατιάς θεώρησης για την Πρόληψη έγκειται στην αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος και στην κινητοποίηση όλων των μέσων για την άρση και εξουδετέρωση των εμποδίων και των κληρονομημένων πρακτικών (βιολογισμό, ψυχιατρικοποίηση, ψυχολογισμό η κοινωνιολογισμό, ελιτισμό) και προϋποθέτει ολοκληρωμένο σχεδιασμό Πανελλαδικής Πολιτικής Πρόληψης.
Τέλος, είναι αναγκαίο οι προληπτικές παρεμβάσεις μας να έχουν συνέχεια στο χρόνο, τόσο γιατί τα μέσα που χρησιμοποιούμε αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητά τους μακροπρόθεσμα (αλλαγή κουλτούρας, στάσης και συνείδησης) αλλά και γιατί είναι απαραίτητη η ανατροφοδότηση μας γύρω από τα αποτελέσματα, τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες κάθε παρέμβασης έτσι ώστε να σχεδιάζουμε πιο ολοκληρωμένα το μέλλον.
Στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο www.prolipsiworkers.gr μπορείτε να διαβάσετε το  συλλογικό μας έργο: «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης» που διατίθεται ελεύθερα και ανοίγει τον επιστημονικό και ουσιαστικό διάλογο με την επίσημη πρόταση μας, του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης. 

* Ο Γιώργος Λεχουρίτης είναι αντιπρόεδρος στο Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

Αναδημοσίευση από το Rproject

Δεν υπάρχουν σχόλια: