Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Φοίβος Ζαφειρίδης: Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εξ ορισμού εξαρτητικές

20 Μαρτίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΔΗ


Ποιο είναι το μέγεθος του προβλήματος της  εξάρτησης στην κοινωνία μας;
Η κατάχρηση παράνομων  ναρκωτικών ουσιών αλλά ταυτόχρονα και  η κατάχρηση αλκοόλ αυξήθηκαν  με ταχύτατους ρυθμούς τα τελευταία 20 – 25 χρόνια σε βαθμό που και στην Ελλάδα η εξάρτηση αποτελεί ένα σοβαρότατο κοινωνικό πρόβλημα.


Που οφείλεται αυτή η ραγδαία ανάπτυξη του προβλήματος  της εξάρτησης;
Καταρχήν θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η φαρμακευτική εξάρτηση, από αλκοόλ, παράνομες  ή νόμιμες ναρκωτικές ουσίες αποτελεί πλέον μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Αυτή τη στιγμή εμφανίζονται μαζικά και εξαπλώνονται με ταχύτατους ρυθμούς νέες μη φαρμακευτικές εξαρτήσεις, οι οποίες όμως είναι το ίδιο επικίνδυνες με τις πρώτες.  Παραδείγματος χάριν η εξάρτηση από το διαδίκτυο, η εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια, από το Lifestyle, από την εργασία, την εξουσία και τη δύναμη, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εξ ορισμού εξαρτητικές. Αυτό κατά τη γνώμη μου ερμηνεύεται από το τεράστιο κενό που δημιουργεί στην ανθρώπινη ύπαρξη μια κοινωνία που διαμορφώθηκε όχι για να καλύπτει τις ανάγκες των ανθρώπων αλλά την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

Ναι αλλά σε σχέση με πριν από είκοσι χρόνια, τι έχει αλλάξει αφού είχαμε το ίδιο κοινωνικοοικονομικό σύστημα;
Βεβαίως και πριν 30 – 40 χρόνια καπιταλισμό είχαμε, αλλά δεν είχαμε το σημερινό ασύδοτο καπιταλισμό των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αυτός ο ύστερος καπιταλισμός αποδιοργάνωσε πλήρως την κοινωνία και τους ανθρώπους, είναι ανίκανος να προσδώσει οποιοδήποτε νόημα ζωής στους ανθρώπους και έτσι οι άνθρωποι προσφεύγουν σε οποιαδήποτε κατάσταση ικανή να τους προσφέρει ένα ψευδονόημα. Άλλοι προσφεύγουν στην υπερκατανάλωση άχρηστων υλικών αγαθών, άλλοι σε χαρτορίχτρες και καφετζούδες, άλλοι σε επιστήμονες ή τσαρλατάνους ψυχοθεραπευτές και τέλος άλλοι προσπαθούν να καλύψουν το κενό τους από μία συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Μπορεί το πολιτικό σύστημα να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό την ψυχική ισορροπία  των ανθρώπων;
Ακόμα χειρότερα. Μπορεί ακόμα να θέσει σε κίνδυνο και την ίδια τους τη ζωή. πάρτε το παράδειγμα της France Telecom από τη στιγμή που ιδιωτικοποιήθηκε και δουλεύει με κριτήρια ελεύθερης αγοράς. Οδήγησε στην αυτοκτονία αρκετούς εργαζόμενους και πολλοί περισσότερους στη λήψη ψυχοφαρμάκων. Είναι προφανές ότι το ιδιωτικό management της εταιρείας με μοναδικό στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας οδήγησε σε καταστροφή των ανθρώπινων σχέσεων, σε μοναξιά, σε ακραίο ανταγωνισμό, σε κυνισμό και γενικά σε απανθρωποίηση. Αυτά όλα είναι που έκαναν τους ανθρώπους της France Telecom να αρρωσταίνουν ψυχικά, ακόμα και να αυτοκτονούν. Αν όλα αυτά τα είδαμε να συμβαίνουν στο μικρομέγεθος μιας εταιρείας φαντάζεστε ποιες είναι οι επιπτώσεις των ίδιων πολιτικών όταν εφαρμόζονται σε ολόκληρη την κοινωνία.

Γιατί η επιστήμη, που αντιμετώπισε με επιτυχία τόσα προβλήματα υγείας του σύγχρονου ανθρώπου, απέτυχε στον τομέα της πρόληψης και της θεραπείας των εξαρτήσεων;
Από όλα τα παραπάνω νομίζω ότι είναι εύκολο πλέον κανένας να συμπεράνει τους λόγους της αποτυχίας. Η επιστημονική κοινότητα αναλώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες σε διαχειριστικές προτάσεις που δε λύνουν οριστικά το πρόβλημα, αλλά απλά κουκουλώνουν τα συμπτώματα. Απέφυγε έτσι να πει όλη την αλήθεια. Να πει δηλαδή ότι θεραπεία του προβλήματος, των συνεχώς εξαπλούμενων εξαρτήσεων αποτελεί η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Στον τομέα της εξάρτησης μια σειρά από αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα κατάφεραν να αλλάξουν τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των εξαρτημένων ανθρώπων. Πως το κατάφεραν;
Αυτά τα εγχειρήματα κατάφεραν να θεραπεύσουν / αλλάξουν τους εξαρτημένους ανθρώπους χάρη στο γεγονός ότι υιοθέτησαν μια κουλτούρα εσωτερικής λειτουργίας που δεν είχε καμία σχέση με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Αυτή η κουλτούρα ήταν πιο κοντά στις παραδοσιακές κοινοτικές αξίες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και η ισοπολιτεία και δεν είχε καμία σχέση με την καπιταλιστική κουλτούρα. Αυτό τελικά αποδείχτηκε φάρμακο για τη θεραπεία των πονεμένων ανθρώπων.

Πώς επηρέασαν αυτά τα εγχειρήματα τις αντιλήψεις μας για το φαινόμενο της εξάρτησης;
Μετά την επιτυχία των αυτοδιαχειριζόμενων εγχειρημάτων ήταν επόμενο να καταλάβουμε ότι πολλές από τις αντιλήψεις μας για το φαινόμενο της εξάρτησης ήταν απολύτως λανθασμένες. Για παράδειγμα πως μπορούμε ακόμα και σήμερα να ισχυριζόμαστε ότι το φαινόμενο της εξάρτησης είναι κατεξοχήν βιολογικό φαινόμενο όταν πρωτοβουλίες πασχόντων πολιτών καταφέρνουν να το θεραπεύσουν χωρίς τη χρήση φαρμακευτικών ουσιών, ενώ αντίθετα θεραπευτικά εγχειρήματα που στηρίζονται σε φαρμακευτικές ουσίες αποτύγχαναν και αποτυχαίνουν σταθερά στην αντιμετώπιση του;

Σε σχέση, ας πούμε, ειδικότερα για τη συμπωματική αντιμετώπιση των ναρκωτικών, υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο δύο σχολές θα έλεγε κανείς. Από τη μια το κατασταλτικό μοντέλο και από την άλλη ένα ποιο φιλελεύθερο που αντιμετωπίζει ποιο φιλικά τον χρήστη. Η Ελλάδα πού κινείται;
Η νομοθεσία στην Ελλάδα δεν είναι ακραία κατασταλτική χάρη σε κάποιες βελτιώσεις που έγιναν στον αρχικό νόμο του 1987. Παρόλα αυτά ο νόμος είναι επί της ουσίας άδικος. Ορίζει αυθαίρετα κάποιες φαρμακευτικές ουσίες ως παράνομες και εν συνεχεία τις καταδιώκει με αυστηρότητα. Επ’ αυτού έχω να παρατηρήσω τα εξής: πρώτον αυτή η πολιτική εφαρμόζεται εδώ περίπου και εκατό χρόνια από τα σύγχρονα κράτη της δύσης χωρίς κανένα απολύτως θετικό αποτέλεσμα. Δεύτερον σε μια εποχή που οι σύγχρονες κοινωνίες μαστίζονται από ακραίες εξαρτητικές συμπεριφορές, που περιγράψαμε πιο πάνω, με ποιο δικαίωμα απομονώνουμε κάποιες από αυτές τις εξαρτητικές συμπεριφορές και τις θέτουμε εκτός νόμου; Δεδομένου ότι οι επιπτώσεις στην ψυχική ανθρώπινη υγεία είναι οι ίδιες, αυτή η μονομερής καταστολή της παράνομης φαρμακευτικής εξάρτησης ή θα πρέπει να αρθεί ή θα πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις βλαπτικές για την ψυχική υγεία εξαρτήσεις. Δηλαδή θα πρέπει ενδεχομένως να τεθεί εκτός νόμου η εμπορία και η διακίνηση ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ο τζόγος, το αλκοόλ και τα λοιπά. καταλαβαίνετε λοιπόν το μέγεθος της υποκρισίας που συνιστά αυτή η μονομερής κατασταλτική πολιτική. Σίγουρα λοιπόν για να είμαστε ειλικρινείς θα πρέπει να υιοθετήσουμε μια περισσότερο ανεκτική στάση απέναντι σε αυτούς τους συνανθρώπους μας που δεν επιλέγουν μια νόμιμη εξαρτητική συμπεριφορά αλλά μία παράνομη. Αυτά όλα βέβαια έχοντας επίγνωση ότι μια φιλελεύθερη πολιτική απέναντι στις λεγόμενες παράνομες φαρμακευτικές ουσίες δεν θα προσφέρει μια τελική λύση αλλά θα συνεισφέρει σε μια πιο δίκαιη αντιμετώπιση κάποιων συνανθρώπων μας.

Εξαρτήσεις και κοινωνία Θεραπευτικές κοινότητες: Ομάδες αυτοβοήθειας
Συγγραφέας :  Ζαφειρίδης, Φοίβος
Εκδοτικός Οίκος: ΚΕΔΡΟΣ

Γιατί η επιστήμη, που αντιμετώπισε με επιτυχία τόσα προβλήματα υγείας του σύγχρονου ανθρώπου, απέτυχε στον τομέα της πρόληψης και της θεραπείας των εξαρτήσεων; Γιατί, αντίθετα, πρωτοβουλίες πολιτών, όπως τα αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα των ΑΑ και των θεραπευτικών Κοινοτήτων της δεκαετίας του 1960 κατάφεραν να αλλάξουν τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των εξαρτημένων ανθρώπων, προς μεγάλη έκπληξη της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας;
Πώς επηρέασαν αυτά τα εγχειρήματα τις αντιλήψεις μας για το φαινόμενο της εξάρτησης; Πώς σχετίζεται η κοινωνία με τη συνεχιζόμενη εξάπλωση των εξαρτήσεων και την αδυναμία θεραπείας του προβλήματος; Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα στα οποία επιχειρούν να απαντήσουν τα δημοσιευμένα και αδημοσίευτα άρθρα του Φοίβου Ζαφειρίδη, τα οποία, ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά, περιλαμβάνονται στο ανά χείρας βιβλίο.
Προτιμήθηκε η χρονολογική σειρά προκειμένου ο αναγνώστης να μπορεί να παρακολουθεί την εξέλιξη των σκέψεων και των προβληματισμών του συγγραφέα σε σχέση με τις εκάστοτε ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες και την επιστημονική πρόοδο, ενώ πολλά από τα παλαιοτέρα άρθρα συνοδεύονται από εκτεταμένα σχόλια που γράφτηκαν ειδικά για το βιβλίο αυτό, προκειμένου να βοηθήσουν τους φοιτητές και τους νέους επιστήμονες στην πληρέστερη κατανόηση των διαφορετικών πλευρών του φαινομένου της εξάρτησης.

Ο Φοίβος Ζαφειρίδης είναι ψυχίατρος ειδικευμένος στην κοινωνική ιατρική και διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης. Ίδρυσε τη Θεραπευτική Κοινότητα "Ιθάκη" το 1983 Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.) το 1987, του οποίου υπήρξε διευθυντής μέχρι το 1995. Έκτοτε, εργάζεται στο τμήμα Ψυχολογίας του Α.Π.Θ, ως αναπληρωτής καθηγητής, όπου διδάσκει ψυχολογία των εξαρτήσεων και ανθρωπιστική ψυχολογία / ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, είναι επιστημονικός υπεύθυνος του Προγράμματος Προαγωγής Αυτοβοήθειας του τμήματος Ψυχολογίας του Α.Π.Θ.

Αναδημοσίευση από την Πυξίδα της Πόλης



Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Τόμας Σάζ: "Η Ψυχιατρική Ταξινόμηση σαν Στρατηγική Προσωπικής Καταπίεσης"


Η Ψυχιατρική Ταξινόμηση σαν στρατηγική προσωπικής καταπίεσης
(Απόσπασμα)


Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που ταξινομεί. Οτιδήποτε σκεφτόμαστε ή κάνουμε πρέπει να τοποθετείται στη σωστή κατηγορία. Στα παλιά χρόνια που η θεολογία ήταν ο ανώτατος κριτής των ανθρώπων με τις συγκρουόμενες γνώμες, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Ο άνθρωπος δεν ταξινομούσε. Μονάχα ο Θεός μπορούσε να το κάνει αυτό. Τον καιρό εκείνο, η δουλειά του επιστήμονα ήταν παρόμοια με τη δουλειά του διαρρήκτη χρηματοκιβωτίων: ξεκλείδωνε τον μυστηριώδη συνδυασμό που ο Θεός είχε βάλει στη φύση.
Η σύγχρονη επιστήμη εκθρόνισε τον ουράνιο ταξινόμο. Και το έκανε, συλλαμβάνοντας μιαν αντίθετη άποψη του κόσμου, βλέποντάς τον σαν ένα χώρο όπου «βασιλεύει το χάος και η σύγχυση» ως τη στιγμή που ο άνθρωπος θα φέρει την τάξη και την αρμονία. Έτσι, η διαφορά ανάμεσα στα ζώα και τους ανθρώπους, τις πέτρες και τα δέντρα, δεν είναι αποτέλεσμα ενός Θεϊκού προγράμματος παραγωγής – όπως μας λέει η Γένεση – αλλά η εκδήλωση της δύναμης του ανθρώπου να δημιουργεί κατηγορίες χρησιμοποιώντας σύμβολα.
Όμως αν δεν α ν α κ α λ ύ π τ ο υ μ ε αλλά δ η μ ι ο υ ρ γ ο ύ μ ε κατηγορίες, πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως βάζουμε τα πράγματα στις σωστές τους θέσεις;
Στην Ψυχιατρική, κάθε συζήτηση σχετική με το θέμα της ταξινόμησης στηρίζεται στη βασική αρχή πως υπάρχουν στη φύση ανώμαλες ψυχικές καταστάσεις ή μορφές συμπεριφοράς, και πως είναι επιστημονικά σωστό και ηθικά αξιέπαινο να τοποθετήσουμε τους ανθρώπους που υποφέρουν από τέτοιες καταστάσεις ή εκδηλώνουν τέτοια συμπεριφορά, σε κατηγορίες, αποδίδοντάς τους τα κατάλληλα ονόματα.
Η προσωπική μου σκέψη και πείρα με οδήγησαν στην αμφισβήτηση αυτών των αρχών. Φυσικά, αυτό που αμφισβητώ, δεν είναι η ύπαρξη πάμπολλων ποικιλιών στην προσωπική συμπεριφορά, ούτε η δυνατότητα να τους δοθούν διάφοροι χαρακτηρισμοί. Αυτό που αμφισβητώ είναι η λογική βάση και το ηθικό υπόβαθρο της αρχής που διέπει όλα τα υπάρχοντα συστήματα ψυχιατρικής ταξινόμησης: πως η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι ένα φυσικό φαινόμενο, και, όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα, έτσι κι αυτό πρέπει να ταξινομηθεί.
Κι όμως, φαινομενικά, η θέση του νοσολόγου ψυχιάτρου μπορεί να είναι ακλόνητη. Ζούμε σε μια επιστημονική εποχή και η πίστη μας στις φυσικές επιστήμες είναι απέραντη. Αν μπορούμε να ταξινομήσουμε τη συμπεριφορά των ζώων και των άστρων, γιατί όχι και τη συμπεριφορά των ανθρώπων;
Μπορεί να είναι δύσκολο ν’ αντισταθεί κανείς στον πειρασμό του θετικισμού αλλά αν ο ερευνητής της ανθρώπινης φύσης δεν αντισταθεί, θα αποτύχει σαν ανθρωπιστής. Στην επιστήμη της συμπεριφοράς η λογική του φυσικόεπιστημονισμού αποδεικνύεται εντελώς εσφαλμένη: γιατί δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορά ανάμεσα στο πρόσωπο και το πράγμα και την επίδραση που έχει η γλώσσα στο καθένα από αυτά.
Η ειδική γλώσσα της φυσικής μας βοηθάει να κατανοήσουμε και να εξουσιάσουμε τα φυσικά αντικείμενα. Αν αντιλαμβανόμαστε τη ψυχιατρική (ή τη Ψυχολογία) όπως και τη Φυσική, τότε, η δική της ειδική γλώσσα θα πρέπει να εξυπηρετεί έναν παρόμοιο σκοπό: να μας βοηθάει να κατανοούμε και να εξουσιάζουμε τους ανθρώπους. Αλλά η άσκηση ελέγχου και εξουσίας πάνω στους ανθρώπους είναι μια πράξη ηθικά θεμιτή; Ειδικότερα, είναι ένα θεμιτό ηθικά επιστημονικό έργο; Αν η επιστήμη του ανθρώπου αποβλέπει στο να εξουσιάσει τους ανθρώπους, τότε σε τί διαφέρει από το νόμο και τη θρησκεία, ή τη διαφήμιση και την πολιτική; Δεν χωρά αμφιβολία: η φύση, το πεδίο και η ηθική της επιστήμης του ανθρώπου χρειάζεται μεγαλύτερη διασάφηση.
Μπορούμε να είμαστε σίγουροι για ένα πράγμα: μόνο ο άνθρωπος δημιουργεί σύμβολα και επηρεάζεται από αυτά. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι ταξινομούνται, επηρεάζονται, ενώ τα ζώα και τα πράγματα δεν επηρεάζονται. Λες έναν άνθρωπο «σχιζοφρενή» και κάτι παθαίνει, λες ένα ποντίκι «ποντίκι» και ένα βράχο «γρανίτη» και δεν παθαίνουν τίποτα. Με άλλα λόγια, στην ψυχιατρική και στις ανθρώπινες υποθέσεις γενικά η πράξη της ταξινόμησης είναι ένα γεγονός με τεράστια σημασία. 

2


Το πρόβλημα της ψυχιατρικής ταξινόμησης είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η ψυχιατρική. Θα ήταν λοιπόν σωστό, πριν μπούμε σε έναν καινούργιο δρόμο με κατεύθυνση άγνωστη, να εξετάσουμε τους παλιούς δρόμους με τις γνωστές κατευθύνσεις.
Τα νοσολογικά σχήματα της ψυχιατρικής είναι αμέτρητα. Αλλά, γενικά, βασίζονται σ’ ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα θεωρητικά και μεθοδολογικά πρότυπα: 1) ιατρική (ή παθολογική ανατομία και φυσιολογία), 2) ιδιοσυγκρασία ή κληρονομικότητα, 3) ηθική και νομική, 4) στατιστική, 5) ψυχοβιολογία, 6) ψυχολογία, και 7) ψυχανάλυση. Στη σημερινή μορφή του, το επίσημο ονοματολόγιο της Ένωσης Αμερικανών Ψυχιάτρων, είναι ένα κράμα όλων αυτών των στοιχείων.
Όσο κι αν διαφέρουν τα συστήματα αυτά στις λεπτομέρειες, έχουν μια κοινή βασική αρχή: η πράξη της ταξινόμησης  δ ε ν πρέπει να πολυψάχνεται. Οι οπαδοί όλων αυτών των νοσολογικών σχημάτων συμμερίζονται την άποψη πως δουλειά του ψυχιάτρου είναι να εξετάζει και να ταξινομεί  α σ θ ε ν ε ί ς. Το γιατί ο ψυχίατρος έχει το ρόλο αυτού που ταξινομεί και ο ασθενής αυτού που ταξινομείται, δεν το ρώτησε ποτέ κανείς. Ούτε ρώτησε κανείς να μάθει ποιά είναι η επίδραση της ταξινόμησης στη μετέπειτα συμπεριφορά των ασθενών και των ψυχιάτρων. Με δυο λόγια, οι επιστήμονες της συμπεριφοράς ταξινομούν τους ανθρώπους σα να ήταν πράγματα. Κι αυτό γίνεται τόσο στην ψυχαναλυτική προσέγγιση όσο και στην καθαρά οργανική. Και δεν είναι περίεργο. Δεν οφείλεται στο ότι οι ψυχίατροι δεν έχουν ανθρώπινα αισθήματα αλλά στο λογικό σφάλμα τους να σκέφτονται με τους όρους της φυσικής.
Μ’ αυτό εννοώ, πως προσπαθούν να μελετήσουν, να ερμηνεύσουν και να εξουσιάζουν τους ανθρώπους σα να ήταν ζώα ή πράγματα. Αυτός ήταν ο σκοπός της «επιστημονικής μελέτης» του ανθρώπου πριν από εκατό χρόνια. Κι είναι ακόμα. Σ’ ένα τελευταίο τεύχος της Science, ένας διάσημος ερευνητής της ιατρικής γράφει: «Δεν πρέπει πια να συζητάμε για το αν ο άνθρωπος είναι μηχανή αλλά να ρωτήσουμε… Τί είδους μηχανή είναι ο άνθρωπος;» [βλέπε V. Potter, «Κοινωνία και Επιστήμη», «Science», 20/11/1964, σελ. 1022]
Από τον Σαρκό μέχρι σήμερα, οι νοσολόγοι ψυχίατροι βλέπουν τον άνθρωπο σαν μια μηχανή που μπορεί κανείς να την πάρει και να την «εξηγήσει» μηχανιστικά. Έτσι, σ’ ένα δοκίμιο για το μεγάλο του δάσκαλο, ο Φρόυντ γράφει: «Αλλά ο μαθητής που περνά πολλές ώρες μαζί του τριγυρνώντας στις κλινικές της Salpêtriere – αυτό το μουσείο κλινικών περιπτώσεων, που τα ονόματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους τα έχει βρει αυτός – φέρνει στο νου τον Κυβιέ, που το άγαλμά του μπρος στο Jardin des Plantes δείχνει αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο που κατάλαβε και περιέγραψε το ζωικό κόσμο, τριγυρισμένο από ένα πλήθος ζωικές μορφές ή πάλι, φέρνει στο νου τον Αδάμ, που όταν ο Θεός του παρουσίασε τα πλάσματα του Παραδείσου για να τα ξεχωρίσει και να τα ονομάσει, θα ένιωσε στον υπέρτατο βαθμό εκείνη τη διανοητική απόλαυση που ο Σαρκό εκτιμούσε τόσο πολύ». [S. Freud «Σαρκό» (1893), από την «Στερεότυπη έκδοση των απάντων του Σίγκμουντ Φρόυντ», τόμος ΙΙΙ, σελ. 7-23]
Ο Φρόυντ εδώ παραβάλλει τον Σαρκό με τον Κυβιέ, που ταξινόμησε διάφορους τύπους του ζωικού κόσμου και με τον Αδάμ που, σύμφωνα με τη βιβλική δημιουργία, ονόμασε και ταξινόμησε τα αντικείμενα που ο θεός είχε «κατασκευάσει». Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ταξινόμος και ο ταξινομούμενος βρίσκονται σε διαφορετικά υπαρξιακά επίπεδα: ο ένας είναι πάνω κι ο άλλος κάτω.
Θα μπορούσε να νομίσει κανείς πως η προσέγγιση αυτή χαρακτηρίζει το ξεκίνημα κάθε επιστήμης. Αλλά θα έκανε λάθος. Σήμερα έχουμε πολύ πιο εκλεπτυσμένες μεθόδους παρατήρησης. Χρησιμοποιούμε διαφορετικές λέξεις αλλά η βασική προσέγγιση είναι η ίδια. Αναφερόμενος στους γερμανούς κρατικούς ψυχιάτρους των μέσων του 19ου αιώνα, ο Κουρτ Κόλλε, ένας από τους διασημότερους Ευρωπαίους ψυχιάτρους, είπε: «Οι γιατροί που εργάστηκαν σ’ αυτά τα ιδρύματα ήταν άνθρωποι αφοσιωμένοι στην επιστήμη, παρατηρώντας μεθοδικά και μ ε  κ α λ ω σ ύ ν η  τους ασθενείς τους, έφτιαξαν ένα σύνθετο πορτρέτο της τρέλας. Οι πρωτοπόροι ψυχίατροι έμοιαζαν με παιδιά που ταξινομούν πέτρες ή κογχύλια κατά μέγεθος και χρώμα». [K. Kolle «Εισαγωγή στη ψυχιατρική», Νέα Υόρκη 1963, σελ. 2]
Το δίλημμα του φυσικού επιστήμονα που μελετάει την τρέλα αποκαλύπτεται θαυμάσια από τη λέξη  κ α λ ω σ ύ ν η.  Δεν θα σκεφτόταν ποτέ κανείς να χαρακτηρίσει τις παρατηρήσεις του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα ή του Αϊνστάιν, καλοσυνάτες. Γιατί λοιπόν το κάνει όταν μιλά για τις παρατηρήσεις των πρώτων ψυχιάτρων; Μόνο μία απάντηση υπάρχει: Γιατί τα αντικείμενά τους ήταν άνθρωποι κι όχι αστέρια. Αλλά αν ο ψυχίατρος ασχολείται με ανθρώπους, επιτρέπεται η στάση του απέναντι στα αντικείμενά του να μοιάζει με του «παιδιού που ταξινομεί πέτρες»; Για τον Κόλλε επιτρέπεται. Τιμά τον Κραίπελιν για τη «μεγάλη του συμβολή στην Ιατρική – την ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών». Το τεράστιο θέμα, συνεχίζει, που «ο Κραίπελιν εξερεύνησε φιλόπονα, ήταν το εξής: Πώς αναπτύσσεται η ασθένεια; Αυτή η μέθοδος τον βοήθησε να βάλει τάξη στην χαοτική πληθώρα των κλινικών συμπτωμάτων, διαιρώντας τα σε  χωριστές κατηγορίες. Αν και έχουν κλείσει 30 χρόνια από το θάνατό του, το σύστημα που επινόησε ο μεγάλος αυτός ερευνητής εξακολουθεί να ισχύει». [K. Kolle «Εισαγωγή στη ψυχιατρική», Νέα Υόρκη 1963, σελ. 3]

Τι σημαίνει εδώ η λέξη «ισχύει»; Πώς χρησιμοποιείται ακόμα; Θα έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σ’ αυτό το σημείο. Η ψυχιατρική μέθοδος δεν είναι παρά μονάχα μία από τις πάμπολλες μεθόδους που χρησιμοποιούν ο άνθρωποι για να ταξινομήσουν άλλους ανθρώπους. Μερικές απ’ αυτές χρησιμοποιούνται για πολύ παραπάνω από 30 χρόνια, κατά τον Κόλλε, λοιπόν, «ισχύουν». Έχουν περάσει λόγου χάρη, πάνω από πέντε χιλιάδες χρόνια από τότε που οι Εβραίοι ταξινόμησαν τους εαυτούς τους σαν «Υιούς του Θεού». Πολλοί Εβραίοι και μη εξακολουθούν να το πιστεύουν. Ο νέγρος, πάλι, στην Αμερική, έχει ταξινομηθεί σαν κατώτερο ον εδώ και τριακόσια χρόνια. Εξακολουθεί να θεωρείται τέτοιος από πάρα πολλούς. Πρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως οι ταξινομήσεις αυτές ισχύουν;
Αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε εδώ μερικά από τα φαινόμενα που ο Κραίπελιν θεωρούσε ψυχικές ασθένειες, που πρέπει να ταξινομηθούν από τους ψυχιάτρους. Η περιβόητη νοσολογία του περιέχει «διαγνώσεις» όπως: «σεξουαλικές ανωμαλίες», «αυνανισμός», «έμφυτη εγκληματικότης», «μυθομανείς» και «κλεπτομανείς». [Αναφέρεται στο βιβλίο του Menninger «Η ζωτική ισορροπία: το ζωικό προτσές στη ψυχική υγεία και ασθένεια», Νέα Υόρκη, 1963, σελ. 462]
Κι αυτή η νατουραλιστική άποψη δεν ανήκει στην ψυχιατρική ιστορία. Δεν είναι μια θέση που ίσχυε κάποτε αλλά έχει πια απορριφτεί. Αφού αφιερώνει επτά πυκνογραμμένες σελίδες στην ταξινόμηση του Κραίπελιν, ο Καρλ Μέννιγκερ, καταλήγει αποφαινόμενος πως «το έργο του Κραίπελιν είναι κατά πάσα πιθανότητα η μεγαλύτερη νοσολογική σύνθεση που έχει γίνει ποτέ στη ψυχιατρική… ο Κραίπελιν κατόρθωσε να συγκεράσει ως ένα σημείο τη ψυχιατρική με την Ιατρική, πράγμα που αποτελούσε το σκοπό και το ιδανικό των εργατών της ψυχιατρικής από τον καιρό ακόμα του Ιπποκράτη». [Menninger “Η ζωτική ισορροπία: το ζωικό προτσές στη ψυχική υγεία και ασθένεια», Νέα Υόρκη, 1963, σελ. 463]
Αν η νοσολογία του Κραίπελιν είναι «η μεγαλύτερη που έχει γίνει ποτέ στην ψυχιατρική», τότε πόσο παράλογες και ολέθριες για τις ανθρώπινες αξίες θα πρέπει να είναι οι άλλες; Κι ακόμα, αν ο Κραίπελιν μπόρεσε να πετύχει «ένα συγκερασμό της ψυχιατρικής με την ιατρική» – που για τον Μέννιγκερ και πολλούς άλλους σύγχρονους ψυχίατρους είναι πολύ επιθυμητός σκοπός – τότε θα έπρεπε ίσως να αμφισβητήσουμε το αναμφισβήτητο: την ταύτιση της ψυχιατρικής με την ιατρική.
Η άποψη του Κόλλε -που είναι αντιπροσωπευτική αυτού που ονόμασα προσέγγιση στην ταξινόμηση- είναι η εξής: «Όποιος επιθυμεί πραγματικά να κατανοήσει τις βασικές αρχές της ψυχιατρικής πρέπει να γνωρίσει πρώτα το σύστημα με το οποίο ο ψυχίατρος – και στο σημείο αυτό ακολουθούμε πιστά τη διδασκαλία του Κραίπελιν – προσπαθεί να ερμηνεύσει την ψυχοπάθεια και τις ανωμαλίες σαν καταστάσεις δεδομένες από τη φύση». [K. Kolle «Εισαγωγή στη ψυχιατρική», Νέα Υόρκη 1963]
Δεν είναι σαφές τί ακριβώς εννοεί εδώ ο Κόλλε με τη λέξη φ ύ σ η. Μία από τις χρήσεις αυτή της λέξης εξυπηρετεί τη διάκριση ανάμεσα στα πράγματα που είναι φτιαγμένα από τη φύση, όπως η θάλασσα, τα βουνά, το κάρβουνο ή το πετρέλαιο και σ’ εκείνα που είναι φτιαγμένα απ’ τον άνθρωπο, όπως τα τραπέζια, οι καρέκλες, το νάιλον και τα τζετ. Άραγε ο Κόλλε εννοεί πως οι ψυχοπάθειες είναι δοσμένες από τη φύση, όπως η θάλασσα και τα βουνά και όχι προϊόντα της ανθρώπινης δράσης;
Μια άλλη χρήση της λέξης φ ύ σ η, εξυπηρετεί τη διάκριση ανάμεσα στο φυσικό κόσμο και τον ανθρώπινο (ηθικό και κοινωνικό) – π.χ. ανάμεσα στο φυσικό νόμο και τον ηθικό νόμο. Αν ο Κόλλε τη χρησιμοποιεί μ’ αυτή την έννοια, τότε ισχυρίζεται πως η ψυχοπάθεια είναι ένα φυσικό ή απρόσωπο φαινόμενο, όπως ο σεισμός και όχι μια προσωπική πράξη, όπως η απόφαση κάποιου να παραστήσει τον Χριστό. Αυτή η άποψη του Κόλλε εκφράζεται στο ακόλουθο απόσπασμα : «Όταν ταξινομούμε τις ασθένειες (νοσολογία) – ανεξάρτητα αν αναφερόμαστε σε διαταραχές των εσωτερικών οργάνων, του δέρματος, του νευρικού συστήματος ή της ψυχής – πρέπει να αναζητάμε την αιτία της κάθε ασθένειας, γιατί στην ιατρική επιστήμη πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας το αξίωμα: χωρίς τη διάγνωση της αιτίας δεν γίνεται και θεραπεία».
Αυτή η θέση είναι τουλάχιστον σαφής: Η ψυχή είναι σαν το δέρμα. Και στα δύο συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Μερικά από αυτά τα «συμβάντα» τα ονομάζουμε «ασθένειες». Αναζητάμε τις α ι τ ί ε ς τους και, αν γίνεται, τις αναιρούμε. Τι θέση όμως έχει η ανθρώπινη δράση σε αυτό το σχήμα; Η απάντηση είναι: δεν έχει.
Δεν υπάρχει δράση που αποβλέπει σε κάποιο σκοπό – υπάρχει μόνο συμπεριφορά καθορισμένη από αίτια. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το θεμελιώδες σφάλμα της ιατρικής και της μηχανομορφικής (βλέπε σχετικά F. W. Matson «Η σπασμένη εικόνα: ο άνθρωπος, η επιστήμη και η κοινωνία», Νέα Υόρκη 1964) αντιμετώπισης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ψυχιατρικής ταξινόμησης. Μόνο αν αναπροσανατολίσουμε ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την ψυχιατρική ταξινόμηση θα μπορέσουμε να βγούμε από αυτό το δίλημμα.

Αναδημοσίευση από το christostsantis.com



Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Δελτίο Τύπου: Follow-up Ημερίδας 18ης Μαρτίου



21/03/2016

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η Ημερίδα "Η Πρόκληση της Συνεργασίας στις Δομές Αντιμετώπισης της Εξάρτησης: Συνδέσεις, Φραγμοί, Προοπτικές", την Παρασκευή, 18 Μαρτίου, στην "Τεχνόπολη" του Δήμου Αθηναίων.


Κύριος στόχος της Ημερίδας, που διοργάνωσε το Σωματείο Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης, ήταν η διασύνδεση και η δικτύωση των δομών αντιμετώπισης της εξάρτησης με τρόπους ουσιαστικούς και με στόχο την κοινωνική προσφορά σε μια εποχή επίπονων μεταβάσεων. 


Οι ομιλητές/ομιλήτριες -εργαζόμενοι/ες από διαφορετικές δομές αντιμετώπισης της εξάρτησης- παρουσίασαν με συνοπτικό και αποκαλυπτικό τρόπο τη δύσκολη κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία και στις δομές, αλλά και τις δυνατότητες και προοπτικές για μια πιο ολοκληρωμένη απάντηση στις νέες προκλήσεις. Ανέλυσαν τα θεσμικά προβλήματα των Κέντρων Πρόληψης, του 18 Άνω και των δομών του ΨΝΘ, προτείνοντας ανοιχτά και την μεταξέλιξη των 75 ασύνδετων Κέντρων Πρόληψης σε αυτοκέφαλο, ενιαίο Φορέα Πρόληψης, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πλέγματος διασυνδέσεων που θα αντλεί από τον πλούτο και την πολυφωνία, σε αντίθεση με "άνωθεν φωνές" που επιζητούν φαραωνικά, γραφειοκρατικά, υδροκέφαλα σχήματα μέσα από συγχωνεύσεις, βαφτίζοντάς τις "διασύνδεση". 

Έθεσαν, επίσης, το ζήτημα αλλαγής πολιτικών, πλαισίου, αντιλήψεων, για την ενίσχυση και ανάπτυξη των υπαρκτών συνεργασιών και δικτυώσεων μέσα στην κοινότητα, με μια δυναμική ανάγνωση του ζητήματος του "θεσμού" ως πραγματικότητα διαρκώς μεταβαλλόμενη τόσο "από τα πάνω" όσο και "από τα κάτω" - και όχι την καταπίεσή τους από "στεγνές" εγκυκλίους και αποφάσεις που όχι μόνο δεν λαμβάνουν υπ' όψη όσα ήδη συμβαίνουν "από τα κάτω" στην κοινότητα, αλλά και τα αποτρέπουν θεσμοθετώντας αναποτελεσματικές και, συχνά, επικίνδυνες καρικατούρες τους.



Ένας φρέσκος και ζωντανός διάλογος αναπτύχθηκε γύρω από τα ζητήματα του απομονωτισμού, της εξατομίκευσης, της υποταγής σε "σκληρά", πυραμιδικά ιεραρχικά σχήματα και της αλλοτρίωσης των "ειδικών" και των δομών αντιμετώπισης της εξάρτησης. Αυτές οι διαρκείς, "εκ των έσω" απειλές αναίρεσης προσπαθειών κοινωνικής παρέμβασης και συμβολής στην ενεργοποίηση των μελών της κοινωνίας γύρω από το φαινόμενο της εξάρτησης συνδέθηκαν με τις ευρύτερες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν η χώρα και η ελληνική κοινωνία ως επίκεντρα μιας πολύπλευρης κρίσης.  



Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν ο συνεργάτης του Υπουργού Εσωτερικών, κος. Αυγουλάς, η Αντιπεριφερειάρχης Κοινωνικής Πολιτικής της Περιφέρειας Αττικής, κα. Θανοπούλου, ο Διευθυντής της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ, κος. Κυρούσης, ο Πρόεδρος του ΟΚΑΝΑ, κος. Καφετζόπουλος, εκπρόσωπος της Εθνικής Συντονίστριας για τα Ναρκωτικά, η πρώην Διευθύντρια της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ, κα. Μάτσα, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων, κος. Κατσούλας, πρόεδροι Κέντρων Πρόληψης, φοιτητές/φοιτήτριες κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών και συνάδελφοι από τις δομές αντιμετώπισης της εξάρτησης.

Το Πρόγραμμα και την Αφίσα της Ημερίδας μπορείτε να βρείτε στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο


ΤΕΛΟΣ Follow-Up

_

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Ζ. Λιποβετσκί & Ζ. Σερουά: Οι αντιφάσεις της υπερνεωτερικής κουλτούρας

Ζιλ Λιποβετσκί και Ζαν Σερουά – Οι αντιφάσεις της υπερνεωτερικής κουλτούρας


μτφρ.: Κοκαρίδας Αθανάσιος

Η αισθητικοποιημένη ηθική της υπερνεωτερικότητας ταυτίζεται με το ηδονιστικό ιδεώδες περί ψυχαγωγίας, αποδίδοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο μια μαζική νομιμοποίηση σε ό,τι αφορά στις απολαύσεις και στην αναζήτησή τους στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Αλλά αυτός ο πολιτιστικός ηδονισμός, όσο πηγαίος κι αν είναι, δε αγωνίζεται μόνος του: μια σειρά άλλων προτύπων ορθώνουν ένα μέτωπο απέναντι στα ιδανικά της απόλαυσης και της άμεσης προσωπικής ολοκλήρωσης. Μεταξύ αυτών, η υγεία, η οικολογία, η εκπαίδευση, η εργασία ή ακόμα και οι επιδόσεις, καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος. Οι ηδονιστικές αξίες έρχονται, έτσι, κόντρα στις επιταγές του υγιεινισμού, της οικολογίας, της εκπαίδευσης και της προσωπικής απόδοσης: οι εντάσεις αυτών των αντιθέσεων αποτελούν τον πυρήνα των αντιφάσεων της υπερνεωτερικής κουλτούρας. Τις συνέπειες αυτών των αντιθέσεων, τις βιώνουμε καθημερινά.

Ηδονιστικές αξίες και «ιατρικοποίηση» της ζωής
Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε επαρκώς την εποχή μας, αν δεν λάβουμε υπόψιν τη σημασία που αποδίδεται στην έννοια της υγείας, γεγονός που αποδεικνύεται από την αύξηση των ιατρικών δαπανών, τον πολλαπλασιασμό των επισκέψεων σε γιατρούς καθώς και των κάθε λογής εξετάσεων. Με διαρκώς αυξανόμενο τρόπο, η αναφορά στην έννοια της υγείας συνδέεται με διάφορους τομείς εμπορικής προσφοράς που σχετίζονται με τη στέγη-κατοικία, την ψυχαγωγία, τον αθλητισμό, τον καλλωπισμό και τη διατροφή: αυτοί οι συγκεκριμένοι τομείς επαναπροσδιορίζονται, λίγο έως πολύ, από τις επιταγές της μοντέρνας υγιεινής. Πλέον δεν αρκεί κάποιος να είναι απλά υγιής, αλλά και να μπορεί να αναγνωρίζει τους κινδύνους για την προσωπική του υγεία, καθώς και τους παράγοντες που τους προκαλούν. Επίσης, θα πρέπει να υποβάλλεται συνεχώς σε διαγνωστικά τεστ και να αλλάξει τον τρόπο ζωής του έτσι ώστε να συμβαδίζει με τα προτεινόμενα μοντέλα υγείας και υγιεινής. Ζούμε στην εποχή, λοιπόν, όπου η πρόληψη πραγματοποιείται μέσω ενός συνόλου αθλητικών, διατροφικών και υγειονομικών πρακτικών (π.χ. η αποφυγή λιπαρών τροφών, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, η καθημερινή άσκηση και η αποφυγή του καπνίσματος). Ταυτόχρονα, μέσα από μια συνεχή προβολή ιατρικών συμβουλών, τα ΜΜΕ προειδοποιούν διαρκώς το κοινό τους για τους κινδύνους που ενέχει ένας μη υγιεινός τρόπος ζωής. Συνέπεια αυτού, είναι η κυριαρχία θεμάτων που σχετίζονται με την υγεία, την υγιεινή διατροφή και την καλή φυσική κατάσταση στο επίπεδο των καθημερινών συζητήσεων.
Παρατηρούμε λοιπόν μια διαδοχή του απελευθερωτικού ηδονισμού από έναν ηδονισμό της υγιεινής, o οποίος είναι αγωνιώδης, «ιατρικοποιημένος» και βρίσκεται υπό την αιγίδα μιας όλο και αυξανόμενης έγνοιας για την υγεία. Αν και οι αξίες παραμένουν ηδονιστικές, δε σταματούμε στην πραγματικότητα να απομακρυνόμαστε συνεχώς από τις απολαύσεις του carpe diem, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η αγωνία για την υγεία μας η οποία συνδυάζεται με μια αδιάκοπη καμπάνια ενημέρωσης, πρόληψης και ελέγχου. Ο homo aestheticus διολισθαίνει όλο και πιο πολύ προς την κατάσταση του homo medicus παρατηρώντας και διαμορφώνοντας τις «κακές» του συνήθειες. Απόλαυση, υγεία: βρισκόμαστε εμφανώς στη στιγμή όπου το αισθητικό μοντέλο το οποίο βασίζεται στίς υπαρξιακές απολαύσεις υποχωρεί μπροστά στην άνοδο της κυριαρχίας ενός προληπτικού και υγειονομικού μοντέλου, το οποίο καθορίζεται από τον φόβο.
Πέρα από αυτήν την αντίθεση αρχών παρατηρούνται και άλλες, όπως στη διατροφή. Το τι θα φάμε έχει γίνει ένα ζήτημα ολοένα και πιο πολύπλοκο, με τον καταναλωτή να βρίσκεται ανάμεσα στα ερεθίσματα της γαστρονομίας και στον φόβο να καταναλώσει παραπάνω ζάχαρη, παραπάνω λιπαρά ή παραπάνω χρωστικές ουσίες[1]. Σε αυτόν τον φόβο, προστίθεται και ο φόβος του να πάρει κάποιος βάρος σε μία κοινωνία η οποία προσδίδει μέγιστη σημασία στο να είναι κανείς αδύνατος, την ίδια στιγμή που ζούμε υπό τον φόβο των ενδεχόμενων κινδύνων που εγκυμονεί η κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων. H διάδοση αντιφατικών μηνυμάτων (υγιεινής, ηδονισμού, ταυτότητας, αισθητικής), η πίεση από τις διαφημίσεις, η καθημερινή ροή πληροφοριών, έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση ανασφάλειας όσον αφορά στη διατροφή[2]. Έχουμε λοιπόν εισέλθει στην εποχή όπου ο καταναλωτής είναι ταυτόχρονα ηδονιστής και αγχώδης, ενώ έχει έντονα απομακρυνθεί από την χωρίς τύψεις δοκιμή των απολαύσεων: παραπάνω από αισθητική, η ηθική μας απεκδύεται συνεχώς του πνεύματος του carpe diem[3].
Σε αυτο το πλαίσιο, υπάρχουν κάποιοι παρατηρητές οι οποίοι μιλούν για τη δημιουργία του καταναλωτή «επιχειρηματία» ή «ειδικού»[4]. Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια, καθώς έχουμε την ταυτόχρονη απορρύθμιση των διατροφικών συνήθειων και την κακοφωνία των διατροφικών κριτηρίων και ελλείψεων που οδηγεί στην άνοδο μιας πραγματικής «γαστρο-ανομίας»[5]. Ενώ αυξάνεται η προσοχή σχετικά με την υγεία και την ποιότητα ζωής, ταυτόχρονα, αυξάνεται και η απορυθμισμένη κατανάλωση που διακρίνεται από τις εθιστικές αγορές, την υπερβολική χρήση ουσιών σε βαθμό τοξικομανίας και γενικά τις εξαρτήσεις κάθε είδους. Έχουμε λοιπόν, από τη μια πλευρά, την ψύχωση της υγιεινής και του αδύνατου σώματος με τα άτομα να ενημερώνονται ολοένα και περισσότερο για την προληπτική συμπεριφορά· ενώ, από την άλλη πλευρά, την αναρχία των διατροφικών συμπεριφορών που εκφράζεται μέσα από φαινόμενα όπως της βουλιμίας και της παχυσαρκίας τα οποία πολλαπλασιάζονται σε όλον τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο αναδύεται και κυριαρχεί το μοντέλο του άνομου και αποδομημένου καταναλωτή εις βάρος του καταναλωτή «ειδικού» που επιδεικνύει μια συντηρητική συμπεριφορά.
Η πληθώρα υλικών που σχετίζονται με την προσφορά τροφής, η ηδονιστική κουλτούρα αλλά και η επιβολή φορολογίας έχουν ευνοήσει την άνθηση ενός τύπου προσωπικότητας ο οποίος έχει απομακρυνθεί από την παράδοση και παρουσιάζει αυξανόμενες δυσκολίες στο να αντισταθεί στις επιθυμίες της αγοράς καθώς και στις παρορμητικές του επιθυμίες. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένα σύνολο συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται από υπερβολή, εθιστικές καταναλώσεις και παθολογικές διαταραχές. Παράλληλα με το άτομο το οποίο έχει αυτοέλεγχο και προβάλλει ως προτεραιότητα την ποιότητα ζωής και την υγεία, αναπτύσσεται και ένας τελείως διαφορετικός τύπος που προτάσσει την χαοτική αυτοέκφραση του ατόμου η οποία δηλώνει την απορρύθμιση του εαυτού του και την υποκειμενική του αδυναμία[6]. Αυτό λοιπόν είναι το αρνητικό πρόσωπο της αισθητικοποιημένης ηθικής, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με τη δημιουργία ενός τρόπου ζωής που βασίζεται στην αρμονία αλλά, αντιθέτως, συμπεριλαμβάνει καινούργιες παθολογίες της ύπαρξης.

Οι οικολογικές αξίες ενάντια στην αισθητική ηθική;
Τα σύγχρονα πρότυπα σωματικής υγείας και ομορφιάς δεν είναι τα μόνα που αμφισβητούν το ιδεώδες παρουσιαστικό της αισθητικής ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τις αξίες της οικολογίας, οι οποίες στο όνομα της προστασίας της Γης, η οποία απειλείται από την τρέλα του τεχνο-εμπορευματικού κόσμου, κάνουν έκκληση στο να μπει ένα τέλος στην ανεύθυνη καταναλωτική γιορτή. Απέναντι στους κινδύνους και τις καταστροφές που προμηνύονται, αναπτύσσεται μια ηθική που αποβλέπει στο μέλλον και δηλώνει ως προτεραιότητά της το να μην γίνει καμιά παραχώρηση όσον αφορά στις συνθήκες ζωής των μελλοντικών γενεών. Έτσι, η πρωτοκαθεδρία των καταναλωτικών απολαύσεων του παρόντος, στιγματίζεται στο όνομα μιας ηθικής της υπευθυνότητας με μακρύ χρονικό ορίζοντα[7]. Απέναντι στη σπατάλη που έχει ενορχηστρωθεί από τον καταναλωτικό καπιταλισμό, αντιπαρατίθεται η ανάγκη εξοικονόμησης του ορυκτού πλούτου, μείωσης της εξάρτησης της οικονομίας από τον άνθρακα, ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και του περιορισμού της παρέμβασης στο περιβάλλον. Στο ίδιο πνεύμα, οι καταναλωτές καλούνται να ευαισθητοποιηθούν γύρω από τις διατροφικές τους συνήθειες, γύρω από τον τρόπο που επιλέγουν την κατοικία τους, που θερμαίνουν το μέρος που κατοικούν, που κινούνται, που αγοράζουν και γύρω από τον τρόπο που παράγουν απορρίμματα. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν κάποιοι περισσότερο ριζοσπάστες, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν την αποανάπτυξη, την μετά-ανάπτυξη και την «οικειoθελή λιτότητα», θεωρώντας ότι η αειφόρος ανάπτυξη είναι μία ξεπερασμένη πρόταση που αδυνατεί να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν από την απόλυτη αναντιστοιχία ανάμεσα σε μια Γη με πεπερασμένους πόρους και μια ανάπτυξη χωρίς όρια.
H κουλτούρα της οικολογίας, καθώς και η οικονομική κρίση που βιώνουμε, έχουν οδηγήσει έναν μεγάλο αριθμό ειδικών να υποστηρίζουν πως η υπερκατανάλωση, η ασυνειδησία και η επιπολαιότητα που συνδέονται με την αισθητικοποιημένη ηθική, είναι καταδικασμένες να εξαφανιστούν και μάλιστα σύντομα. Είναι όμως τόσο αναπόφευκτη αυτή η εξέλιξη; Στην πραγματικότητα, όχι. Για να είμαστε πιο ακριβείς, θα λέγαμε ότι γινόμαστε μάρτυρες του τέλους της εποχής της ενεργοβόρας υπερκατανάλωσης που μολύνει τον πλανήτη, όχι όμως και του καταναλωτικού ηδονισμού. Στην πραγματικότητα, οι αναπόφευκτες αλλαγές (λιγότερη σπατάλη, μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, καθαρές μορφές ενέργειας και οικοκατανάλωση) δε συνεπάγονται αυτόματα και την επικράτηση μιας μετα-καταναλωτικής κουλτούρας. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει μια εξέλιξη των συνηθειών που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της οικολογίας, παρά ταύτα δε θα πρέπει να θεωρούμε ότι γεννιέται μια κουλτούρα πρόληψης, αλλά μια κουλτούρα αειφόρου υπερκατανάλωσης. Αλήθεια, θα σταματήσουμε ποτέ να επιθυμούμε τα καινούργια προϊόντα, να αποθηκεύουμε μουσικές, να πηγαίνουμε σε συναυλίες, να πηγαίνουμε στα πάρκα και να περιμένουμε με ανυπομονησία τις καινούργιες ταινίες και τα νέα βιντεοπαιχνίδια; Τίποτα από αυτά δεν θα γίνει. Θα έχουμε λιγότερα ενεργοβόρα προϊόντα, αλλά μεγαλύτερη κατανάλωση υπηρεσιών και άυλων προϊόντων.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει αυτήν τη φρενήρη νεοφιλία, και αυτό γιατί έχει τις ρίζες της σε φαινόμενα βαθιά εδραιωμένα τα οποία σχετίζονται με την απομάκρυνση της κουλτούρας από την παράδοση και την εδραίωση μιας οικονομίας που βασίζεται στην αδιάκοπη καινοτομία. Οι συγκεκριμένες δομίζουσες σημασίες μάς «καταδικάζουν» να ζούμε σε μια κουλτούρα που διέπεται από την «αγάπη για την κίνηση καθαυτή». Δεν πρόκειται λοιπόν για μια πιθανότητα αλλά για τη βασική πνευματική δομή των κοινωνιών που βρίσκονται υπό μια διαρκή κίνηση απομάκρυνσης από τη παράδοση. Τι παρατηρούμε λοιπόν; Η αγάπη για τα ταξίδια, τα βιντεοπαιχνίδια και τα είδη πολυτελείας δεν βρίσκεται σε πτώση, τουναντίον συμβαίνει το αντίθετο. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένου αποπροσανατολισμού όπου αυξάνεται η απομόνωση του ατόμου και το κακώς-ζην, η κατανάλωση έρχεται να αναπληρώσει το κενό που δημιουργεί το αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Η κατανάλωση είναι, επιπλέον, αυτή που μας επιτρέπει να καταπολεμήσουμε μιαν ορισμένη απαρχαίωση της καθημερινότητας, μέσω των μικρών διεγέρσεων και της χαράς των αγορών. Στην αισθητική κοινωνία που κυριαρχεί στον καλλιτεχνικό καπιταλισμό, έχει γίνει ανυπόφορο το να μην «απολαμβάνεις». O υπερκαταναλωτής είναι αυτός που αντιστέκεται στις «νεκρές» στιγμές της ζωής και επιδιώκει να ξανανιώσει την αίσθηση του χρόνου, να την αναζωογονήσει μέσα από τα καινούργια πράγματα που του δίνουν, χωρίς ρίσκο, το άρωμα της περιπέτειας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η άνοδος μιας νέας κουλτούρας της απλότητας και του αγοραστικού πυρετού εμπίπτουν στη σφαίρα της φαντασίας. Η όρεξη για απολαύσεις και για καινούργια πράγματα αποτελεί το βασικό συστατικό της αισθητικοποιημένης ηθικής, και δεν φαίνεται πιθανό να μειωθεί, πόσο μάλλον να ατονήσει. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στις ηδονιστικές νόρμες και στις οικολογικές επιταγές είναι απίθανο να ατονήσει.

Η εκπαίδευση ενάντια στην ανοχή
Ένα διαφορετικό σύστημα προτύπων διαμορφώνεται απέναντι στο ρεύμα της κουλτούρας των απολαύσεων: το σύστημα της εκπαίδευσης. Μέχρι τη δεκαετία του ‘60, η κοινωνική λειτουργία της εκπαίδευσης στηριζόταν σε αξίες παραδοσιακές και αυταρχικές: η ανατροφή των παιδιών, που ήταν βασισμένη στην αυστηρότητα, ήταν ισχυρά νομιμοποιημένη καθώς θεωρείτο ο καλύτερος δυνατός τρόπος προκειμένου τα παιδιά να προετοιμαστούν για τη σκληρή πραγματικότητα της ενήλικης ζωής. Αυτός ο τύπος αξιών δέχθηκε διάφορες κριτικές ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα από τα μεταρρυθμιστικά ρεύματα, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 ο τύπος αυτής της ανεκτικής, ψυχολογικής και κάποιες φορές συγκαταβατικής εκπαίδευσης μπόρεσε να εξαπλωθεί πραγματικά στην κοινωνία. Έτσι, οι αξίες της εκπαίδευσης ευθυγραμμίστηκαν και εντάχθηκαν στην ατομικίστικη-ηδονιστική κουλτούρα, η οποία ενίσχυσε την εξάπλωσή της από την έλευση της εποχής του καταναλωτισμού.
Αυτή η μίξη παρουσιάζει αδιαμφισβήτητα θετικές πλευρές, αλλά στην ακραία της εκδοχή, έχει συνέπειες οι οποίες μπορούν να αποβούν καταστροφικές. Οι γονείς, από την πλευρά τους, είναι εντελώς ανίσχυροι και αδυνατούν να πουν όχι στα παιδιά τους, επειδή τρέμουν στην ιδέα να χάσουν την αγάπη τους και να κατηγορηθούν ότι δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο σ’αυτά. Απ’ την άλλη, τα παιδιά, μέσω μιας εκπαίδευσης που δε θέτει περιορισμούς, ωθούνται στο να αναπτύσσουν επιθετικές συμπεριφορές και να είναι υπερδραστήρια, ανήσυχα και εύθραυστα γιατί έχουν ανατραφεί χωρίς να τους έχουν επιβληθεί κανόνες και όρια, διαθέτοντας δηλαδή απεριόριστες δυνάμεις και προνόμια απόλυτης απόλαυσης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό παιδιών τα οποία παρακολουθούνται από ψυχολόγους ή χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Ο συγκεκριμένος τρόπος εκπαίδευσης στερεί από τα παιδιά που θα ενηλικιωθούν τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια ώστε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, να διαχειριστούν την αρχή της πραγματικότητας, τις ματαιώσεις και τις αντιξοότητες.
Ωστόσο, η ηδονιστική-επιτρεπτική κουλτούρα δεν έχει κυριαρχήσει πλήρως. Ευτυχώς, δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει πλήρως την ιδέα ότι η εκπαίδευση προϋποθέτει μια αρχή η οποία οριοθετεί τις επιθυμίες. Η εκπαίδευση λοιπόν δεν έχει φτάσει στο σημείο να μην έχει καθόλου πλαίσια, νόρμες και κανόνες, να μην ενέχει και το στοιχείο της απογοήτευσης όσον αφορά την εξέλιξη του μαθητή, ώστε να του μάθει να μεταθέτει την ικανοποίησή του και να αποδέχεται τους διάφορους περιορισμούς του κόσμου. Εξ ου και η πληθώρα συμβουλών, βιβλίων, άρθρων ή ακόμα και εκπομπών στην τηλεόραση που προειδοποιούν για τις συνέπειες της χαλαρότητας της εκπαίδευσης. Μεγάλος αριθμός γονέων αντιστέκεται στις παν-ηδονιστικές Σειρήνες και επιβάλλει στα παιδιά του να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα και να ενασχοληθούν με διάφορες δραστηριότητες ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό πειθαρχίας. Οι δάσκαλοι, επίσης, βρίσκονται πολύ συχνά αντιμέτωποι με τις αυξανόμενες δυσκολίες του επαγγέλματός τους αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις νέες εξελίξεις.
Οι εντάσεις και οι αντιφάσεις ασφαλώς υπάρχουν: τίποτα δεν έχει κριθεί. Απέναντι στα αδιέξοδα και στα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργεί η ριζοσπαστική ηθική της αισθητικοποίησης, δημιουργείται ένας άλλος τύπος απαιτήσεων που έχει ως επιδίωξη το να βρίσκεται κανείς στο ύψος των επιταγών της εκπαίδευσης και να είναι ικανός να μορφωθεί, να ελέγχει τον εαυτό του, να οργανώνει την καθημερινότητά του και να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο που συνεχώς κινείται και αλλάζει.

Ηδονισμός και απόδοση
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι αδιαμφισβήτητο: είμαστε μάρτυρες της αυξανόμενης επιρροής των αρχών της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης όσον αφορά στην καθημερινότητα, με αποτέλεσμα να ορθώνεται μια τεράστια πρόκληση που σχετίζεται με την ηθική της αισθητικοποίησης και την αναζήτηση της καλής ζωής. Αρχικά, το παρατηρούμε στον τομέα του επιχειρείν, με τις περισσότερες εταιρείες να θέτουν ως προτεραιότητα την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, την ολοένα και μεγαλύτερη απαίτηση για κέρδη και συνεχή άνοδο της παραγωγικότητας καθώς και για άμεσα αποτελέσματα, τη μείωση του ανθρώπινου δυναμικού, την ελαστικοποίηση της εργασίας και την εισαγωγή πρακτικών ατομικής αξιολόγησης γύρω από την εργασιακή απόδοση, για την οποία τίθενται ολοένα και υψηλότεροι στόχοι. Οι συγκεκριμένες εξελίξεις έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του άγχους στους χώρους εργασίας, φαινόμενο το οποίο πλέον επηρεάζει κάθε κοινωνικό τομέα και δραστηριότητα. Οι νέες τεχνολογίες, όπως αναπτύσσονται στην εποχή της πληροφόρησης και της παγκοσμιοποίησης, καθιστούν το χάσμα της αισθητικής κουλτούρας διαρκώς διευρυνόμενο: ένα κλίμα φόβου εξαπλώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας κουλτούρας διαρκώς αυξανόμενου ανταγωνισμού.
Η δια βίου μάθηση, η διαρκής αναβάθμιση των δεξιοτήτων, το να μπορεί κανείς να κάνει όλο και περισσότερα σε όλο και λιγότερο χρόνο και με όσο το δυνατόν λιγότερο προσωπικό, αποτελούν απαιτήσεις της υπερνεωτερικής επιχείρησης που υποβάλλει τους εργαζομένους της σε καθεστώς συνεχούς πίεσης και τους αναγκάζει να δρουν χωρίς καθυστέρηση, να είναι σε διαρκή κινητικότητα, να μπορούν να παρέχουν άμεσα λύσεις καθώς και να μπορούν να αντιδρούν όλο και πιο γρήγορα στις προκλήσεις που τους τίθενται[8]. Αυτές οι νέες μέθοδοι θέτουν σε κίνδυνο το ευ ζην στην εργασία και την ποιότητα της ζωής μέσα στην επιχείρηση και καθιστούν όλο και πιο δύσκολο τον συνδυασμό μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής[9], προκαλώντας συμπτώματα υπερκόπωσης (burn out), φόβου αποτυχίας αναφορικά με τους στόχους που τίθενται, υποτίμησης του εαυτού, κατάθλιψης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοκτονιών. Σε αυτό το πλαίσιο μεγιστοποίησης της απόδοσης παρατηρούνται φαινόμενα όπως τoυ να υποφέρει κάποιος στην δουλειά του. Παρατηρούμε επίσης το συναίσθημα της κακοδιαχείρισης του εργαζόμενου ο οποίος αισθάνεται «παραμελημένος», περιθωριοποιημένος και πιστεύει ότι δεν εκτιμάται η εργασία του.
Ο αθλητισμός αποτελεί μια άλλη σφαίρα με εξέχοντα ρόλο στο ανταγωνιστικό υπερνεωτερικό περιβάλλον, όπου απαιτείται η άριστη φυσική κατάσταση που με τη σειρά της θα φέρει το μέγιστο αποτέλεσμα. Η συγκεκριμένη λογική εξυπηρετείται από την εξάπλωση του ντόπινγκ όχι μόνο στους επαγγελματίες αθλητές αλλά και στους νέους που ασχολούνται ερασιτεχνικά με τον αθλητισμό και, γενικώς, σε όλα τα επίπεδα της αθλητικής δραστηριότητας. Τη στιγμή που τα όρια μεταξύ υγείας, διατροφής, ιατρικής και ντόπινγκ γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα, η αγορά καταγράφει τεράστιες πωλήσεις προϊόντων που υπόσχονται τόνωση και αύξηση της σωματικής απόδοσης, προϊόντων ενισχυμένων με βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία καθώς και κάθε λογής από «χάπια απόδοσης»: έτσι, για να στέκεται κανείς στο ύψος των απαιτούμενων αποδόσεων πρέπει να ακολουθεί την κουλτούρα της κατανάλωσης φαρμάκων και «χαπιών που εγγυώνται την ευτυχία» και όχι την κουλτούρα της αισθητικοποίησης.
Η ίδια λογική διέπει και την εξωτερική εμφάνιση στην εποχή της «τυραννίας» του αδύνατου σώματος, της νεότητας και των τέλειων αναλογιών. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια ομορφιά που για να διατηρηθεί απαιτεί συνεχή προσπάθεια, αδιάκοπες στερήσεις με τη μορφή δίαιτας, συντήρηση μέσω της υγιεινής διατροφής, συνεχόμενες διορθώσεις μέσω της πλαστικής χειρουργικής και πρόληψη μέσω της ενυδάτωσης και της αναζωογόνησης του προσώπου. Ουδεμία λοιπόν πρωτοκαθεδρία της αισθητικής της παροντικότητας και των γαστρονομικών απολαύσεων, αλλά αντιθέτως ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από δίαιτες, προσταγές αυτοελέγχου και συνεχούς επιτήρησης της κατάστασης του σώματός μας. Η κανονιστική αισθητικοποίηση της βελτίωσης της εξωτερικής εμφάνισης λειτουργεί σε οριακή, κάποιες φορές, αντίθεση με την αισθητικοποιημένη ηθική της ύπαρξης.

* Lipovetsky Gilles & Serroy Jean, «Les contradictions de la culture hypermoderne», L’esthétisation du monde. Vivre à l’âge du capitalisme artiste, Παρίσι, Gallimard, 2013, σσ. 407-415.

[1] Αυτό είναι κάτι που μεταφράζεται από τη συσκευασία των τροφίμων: στη μια πλευρά χρώματα, σχήματα, ελκυστική τυπογραφία που προωθούν τη χαρά της κατανάλωσης∙ στην άλλη, συστατικά της ονοματολογίας του προϊόντος, χρωστικές ουσίες, έκδοχα και ο πίνακας με την περιεκτικότητα σε λιπαρά, υδατάνθρακες, άλατα, σάκχαρα που υποδεικνύουν την παρακολούθηση της υγιεινής και της υγείας.
[2] Jean-Pierre Poulain, Sociologies de l’alimentation. Les mangeurs et l’espace social alimentaire, Παρίσι, PUF, coll. Sciences sociales et sociétés, 2002, p. 53.
[3] Gilles Lipovetsky, Le Bonheur paradoxal. Essai sur la société d’hyperconsommation, Παρίσι, Gallimard, coll. NRF Essais, 2006, p. 216-220; επανέκδ. coll Folio Essais, 2009, p.268-273.
[4] Robert Rochefort, Le Consommateur entrepreneur. Les nouveaux modes de vie, Παρίσι, Odile Jacob, 1997.
[5] Claude Fischler, L’Homnivore. Le goût, la cuisine et le corps, Παρίσι, Odile Jacob, 1990; επανέκδ. Éditions du Seuil, coll. Points, 1993.
[6] Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα βλ. Gilles Lipovetsky, Le Bonheur paradoxal, op.cit.
[7] Αν και οι οικολογικές αξίες αντιτίθενται στην αισθητικοποιημένη ηθική, το αντίστροφο είναι εξίσου αληθές, καθότι φαίνεται να συγκροτούν οργανώσεις κατά των κατασκευαστικών έργων δημιουργίας αιολικών πάρκων ακριβώς εξαιτίας της υπεράσπισης της αισθητικής του τοπίου.
[8] Nicole Aubert, Le Culte de l’urgence. La société malade du temps, Paris, Flammarion, 2003; επανέκδ. coll. Champs, 2004.
[9] Ο φορητός υπολογιστής και τα smartphones παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτήν την υποβάθμιση επειδή δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανά πάσα στιγμή διαθεσιμότητα προκαλώντας μια ολοένα μεγαλύτερη καταπάτηση της ιδιωτικής ζωής από την εργασία: το ένα τέταρτο των εργαζομένων θεωρεί ότι η ισορροπία μεταξύ οικογενειακής ζωής και εργασίας δεν είναι ικανοποιητική (Le Monde, 7 Aπριλίου, 2012).

Αναδημοσίευση από το Res Publica