Οι σύγχρονες ανάγκες των γονέων και η ανταπόκριση των Κέντρων Πρόληψης. Άρθρο της Κοτσάτου Ελένης, Κοινωνική λειτουργός-Επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Πρόληψης Χίου Μέλος της Εξελεγκτικής επιτροπής του Σωματείου εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης
Η σύγχρονη γονεϊκότητα διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας, όπου κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές επηρεάζουν τον τρόπο ανατροφής των παιδιών. Η διεθνής βιβλιογραφία των τελευταίων ετών αναδεικνύει ότι οι γονείς δεν χρειάζονται απλώς πληροφορίες, αλλά ολιστική υποστήριξη που συνδυάζει ψυχολογική ενδυνάμωση, πρακτικές δεξιότητες και κοινωνική δικτύωση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Κέντρα Πρόληψης στην Ελλάδα επιχειρούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις ανάγκες μέσω δομημένων παρεμβάσεων.
Το Δίκτυο των 75 Κέντρων Πρόληψης και Προαγωγής της
Ψυχοκοινωνικής Υγείας που λειτουργούν σε συνεργασία με τον ΕΟΠΑΕ (πρώην
ΟΚΑΝΑ) και την Τοπική Αυτοδιοίκηση
αποτελούν τον βασικό πυλώνα πρόληψης των εξαρτήσεων στην Ελλάδα (
ektepn.gr). Ο βασικός τους στόχος είναι η πρόληψη των εξαρτήσεων (ναρκωτικά,
αλκοόλ, κάπνισμα, τζόγος, διαδίκτυο), η
προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας
και η ενίσχυση δεξιοτήτων ζωής ,
κυρίως σε παιδιά και νέους. Μέσα από την
υλοποίηση σχετικών δράσεων σε πολλές χιλιάδες ωφελουμένων (τετράπτυχο ΟΚΑΝΑ για
τα 20 χρόνια λειτουργίας του), κάθε χρόνο, για σχεδόν τριάντα χρόνια, ενισχύουν την ανθεκτικότητα της κοινωνίας
και λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος
μεταξύ σχολείου–οικογένειας–κοινότητας.
Εντοπίζοντας
τις ανάγκες των σύγχρονων γονιών, είναι εμφανές ότι οι τελευταίοι καλούνται να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς
ρόλους, γεγονός που συχνά οδηγεί σε εξουθένωση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν
αυξημένες απαιτήσεις, οικονομικά και επαγγελματικά
προβλήματα ή δυσκολίες των παιδιών. Το
αποτέλεσμα είναι να βιώνουν έντονη ψυχολογική πίεση και να
υπάρχει ανάγκη για στρατηγικές αυτοφροντίδας. Επιπλέον, η δική τους
συναισθηματική ρύθμιση είναι κρίσιμη για την ποιότητα της γονεϊκής
σχέσης. Δεξιότητες, όπως αυτές της
επίλυσης προβλημάτων, της θετικής αλληλεπίδρασης με το παιδί και της κατανόησης των
συναισθημάτων απαιτούνται για την καθημερινή ποιοτική αλληλεπίδραση με τα
παιδιά.
Οι
γονείς αναζητούν πρακτικές οδηγίες (π.χ.
όρια, επικοινωνία) και χρειάζονται καθοδήγηση στα διάφορα αναπτυξιακά στάδια
(π.χ. εφηβεία). Επίσης, υπάρχει ανάγκη για
καθοδήγηση σε σύγχρονες προκλήσεις, όπως είναι η χρήση του
διαδικτύου από τα παιδιά και η πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού.
Η
κοινωνική απομόνωση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Οι γονείς
χρειάζονται δίκτυα – διά ζώσης κι όχι μόνο διαδικτυακά- υποστήριξης κι ανταλλαγής εμπειριών με άλλους
γονείς. Μέσα από την κοινωνική υποστήριξη μειώνεται το άγχος τους και
βελτιώνεται η γονεϊκή λειτουργικότητα.
Τα Κέντρα Πρόληψης αναπτύσσουν διαφόρων ειδών
δράσεις που ανταποκρίνονται στις παραπάνω ανάγκες, όπως ομιλίες – συζητήσεις για εξειδικευμένα
θέματα, ομάδες γονέων που στοχεύουν στην απόκτηση δεξιοτήτων και στη βελτίωση
του γονεϊκού ρόλου, καθώς και ατομική βραχεία συμβουλευτική.
Αναλυτικότερα, οι ομάδες γονέων που
οργανώνονται από τα Κέντρα συμβάλλουν στην κάλυψη της ανάγκης για ψυχολογική
ενδυνάμωση, καθώς προσφέρουν ασφαλές πλαίσιο έκφρασης, ενισχύουν τη
συναισθηματική κατανόηση και μειώνουν το αίσθημα μοναξιάς. Επίσης, ανταποκρίνονται άμεσα στην ανάγκη
διαχείρισης του στρες και της εξουθένωσης. Μέσω βιωματικών δραστηριοτήτων, οι γονείς
μαθαίνουν τεχνικές επικοινωνίας, ενισχύουν την ικανότητα θέσπισης ορίων και
καλλιεργούν την ενσυναίσθηση. Με αυτόν
τον τρόπο ενισχύεται η αυτοπεποίθησή τους και καλύπτεται η ανάγκη για γονεϊκή επάρκεια.
Σημαντικό
για τους γονείς είναι επίσης, το γεγονός ότι
οι δράσεις αυτές παρέχονται δωρεάν από το εκπαιδευμένο και έμπειρο προσωπικό
των Κέντρων που απαριθμεί πανελλαδικά, περίπου 400 εργαζόμενους.
Πώς γίνεσαι αόρατος ή αλλιώς η απαξίωση των Κέντρων Πρόληψης από την
Πολιτεία
Τους
τελευταίους μήνες, παρακολουθούμε
πρωτοβουλίες και ανακοινώσεις υπουργείων (κυρίως του Υπουργείου Υγείας και
πρόσφατα του Υπουργείου Παιδείας) για
«πρωτοποριακά» προγράμματα (
π.χ. πρόγραμμα CHAPS για ίδρυση νέων δομών που θα αντιμετωπίζουν
μεμονωμένα συμπτώματα, π.χ. βία –
εκφοβισμό, αυτοτραυματισμό, που
όμως οφείλονται σε κοινούς αιτιολογικούς
παράγοντες) ή ανακοινώσεις για έναρξη
δράσεων που απευθύνονται σε γονείς (Υπουργός Παιδείας και Υπουργός Υγείας πχ. Εθνική δράση για την Προαγωγή υγείας και την
Πρόληψη ψυχικών δυσκολιών σε παιδιά και οικογένειες σε συνεργασία με τη UNICEF) και όλα αυτά παρουσιάζονται ως
μια «νέα εποχή» για την πρόληψη των εξαρτήσεων και των προβληματικών
συμπεριφορών σε παιδιά και εφήβους.
Η ρητορική αυτή εστιάζει μεν σε έννοιες όπως η επιστημονική τεκμηρίωση, η
ολιστική προσέγγιση και ο ενιαίος σχεδιασμός πολιτικής ως κάτι καινούριο.
Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάλυση αποκαλύπτει ότι πολλά από τα στοιχεία που
προβάλλονται ως καινοτόμα αποτελούν ήδη βασικές αρχές λειτουργίας των Κέντρων
Πρόληψης εδώ και δεκαετίες.
Καταρχάς,
η έμφαση στην ολιστική προσέγγιση της πρόληψης —η οποία περιλαμβάνει την
παρέμβαση σε πολλαπλά επίπεδα, όπως η οικογένεια, το σχολείο και η κοινότητα—
δεν συνιστά νέο χαρακτηριστικό. Τα Κέντρα Πρόληψης έχουν διαχρονικά αναπτύξει
παρεμβάσεις που στοχεύουν ταυτόχρονα σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς,
υιοθετώντας ένα πολυεπίπεδο μοντέλο δράσης που ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς
αρχές της προαγωγής της ψυχικής υγείας. Αντίστοιχα, η ενίσχυση δεξιοτήτων ζωής,
η καλλιέργεια της ανθεκτικότητας και η πρόληψη της παραβατικότητας μέσω της
ενδυνάμωσης των νέων αποτελούν κεντρικούς άξονες των παρεμβάσεων των Κέντρων
ήδη από τη δεκαετία του 2000.
Επιπλέον, η έμφαση στην οικογένεια ως βασικό
πεδίο πρόληψης δεν αποτελεί καινοτομία. Οι ομάδες γονέων και τα προγράμματα
ενίσχυσης γονεϊκών δεξιοτήτων είναι από τις πιο διαδεδομένες και συστηματικές
δράσεις των Κέντρων Πρόληψης. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει αναδείξει την
αποτελεσματικότητα τέτοιων παρεμβάσεων, και τα ελληνικά Κέντρα έχουν
ενσωματώσει αυτές τις προσεγγίσεις εδώ και χρόνια.
Αντίστοιχα,
η διατομεακή συνεργασία —μεταξύ σχολείων, τοπικής αυτοδιοίκησης και υπηρεσιών
υγείας— παρουσιάζεται ως στοιχείο εκσυγχρονισμού του νέου συστήματος. Ωστόσο,
τα Κέντρα Πρόληψης λειτουργούν εξ ορισμού ως διασυνδετικοί φορείς μεταξύ αυτών
των θεσμών, αποτελώντας έναν από τους λίγους χώρους όπου η συνεργασία αυτή έχει
ήδη εφαρμοστεί στην πράξη σε τοπικό επίπεδο.
Το
γεγονός αυτό εγείρει το ερώτημα προς τι η δημιουργία νέων δομών και όχι η
ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος δικτύου; Κι
επιπλέον, βάσει ποιας επιστημονικής
θεωρίας μετακινούμαστε από ένα
αποκεντρωμένο, κοινοτικό μοντέλο πρόληψης σε ένα συγκεντρωτικό και κεντρικά
σχεδιασμένο σύστημα; Τα Κέντρα
Πρόληψης χαρακτηρίζονται από ευελιξία, τοπική προσαρμογή και έμφαση στη σχέση
με την κοινότητα και είναι εύλογη η συσχέτιση της ίδρυσης των νέων δομών /
προγραμμάτων με το σχεδιαζόμενο από μεριάς Υπουργείου κλείσιμο των Κέντρων
Πρόληψης, στο τέλος του 2027.
Μέσα
σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική που διατυπώνεται από εργαζομένους/ες και φορείς
αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο το γεγονός των οργανωτικών αλλαγών, αλλά και τον κίνδυνο
απώλειας της συσσωρευμένης εμπειρίας και της σχέσης εμπιστοσύνης που έχουν
αναπτύξει τα Κέντρα με τις τοπικές κοινωνίες. Η πρόληψη, ως κατεξοχήν κοινωνική
διαδικασία, δεν περιορίζεται στην εφαρμογή πρωτοκόλλων, αλλά βασίζεται στη
συνεχή αλληλεπίδραση με την κοινότητα.
Κοτσάτου Ελένη
Κοινωνική λειτουργός-Επιστημονικά υπεύθυνη του
Κέντρου Πρόληψης Χίου
Μέλος της Εξελεγκτικής επιτροπής του Σωματείου
εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

Σχόλια