Π. Γεωργάκας για Σ/Ν "Κώδικας Ναρκωτικών": "Αποφεύγουν τη ρητή προβολή του ιδιαίτερου ρόλου των υπαρχόντων Κέντρων Πρόληψης"

Ο «Κώδικας Ναρκωτικών»
.Σάββατο, 25 Φεβρουάριος 2012
.
Του Dr Παναγιώτη Γεωργάκα*
.
Ένα νομοθέτημα για να είναι αποτελεσματικό πρέπει να εμπεριέχει μία κεντρική «φιλοσοφία». Μία φιλοσοφία η οποία να άπτεται της κοινωνικής διάστασης του θέματος που το νομοθέτημα καλείται να αντιμετωπίσει και ταυτόχρονα να λαμβάνει υπόψη της τη δυνατότητα και τον βαθμό αποδοχής του περιεχομένου του από τον κοινωνικό ιστό, όπως και τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες ή επιστημονικές εξελίξεις.
.
Ας εξετάσουμε λοιπόν σε ποιο ακριβώς πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και επιστημονικό πλαίσιο προωθείται ο Κώδικας αυτός.
.
Κατ’ αρχήν ο όρος «ναρκωτικά» θεωρείται πλέον καταχρηστικός και αδόκιμος, εφόσον ελάχιστες από τις ουσίες που εντάσσονται σε αυτόν τον γενικό ορισμό προκαλούν συμπτώματα στα οποία αυτός παραπέμπει, και μάλιστα όχι σε όλους τους χρήστες τους. Αντίθετα ο όρος «εξαρτήσεις» θα αντιπροσώπευε την πραγματική εικόνα του φαινομένου, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι η εξάρτηση ως κοινωνικό πρόβλημα συνιστά τη δουλική σχέση ενός ανθρώπου με μία ουσία, μία δραστηριότητα ή ένα άλλο πρόσωπο. Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι δεν υπάρχουν πλέον εξαρτημένα αλλά πολυεξαρτημένα άτομα. Δεν πρέπει λοιπόν να μας απασχολεί ο κάθε εξαρτησιογόνος παράγοντας, αλλά η εξάρτηση ως φαινόμενο, αυτή καθαυτήν. Οι εξαρτήσεις διακρίνονται άλλωστε από τον βαθμό της κοινωνικής τους αποδοχής, το κόστος ικανοποίησής τους και το μέγεθος της παρανομίας την οποία εμπεριέχουν. Τα ναρκωτικά αποτελούν αναμφίβολα τη νομοτελειακά καταστροφικότερη μορφή εξάρτησης, επειδή συνοδεύονται από ψυχοβιολογική εξαθλίωση, κοινωνική περιθωριοποίηση, οικονομική καταστροφή και συνήθως ένταξη στην παρανομία.
.
Τα υποκατάστατα
.
Ταυτόχρονα, μία σειρά νόμων, υπουργικών αποφάσεων ή επιστημονικών τοποθετήσεων απαξιώνουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της εξάρτησης και την ανάγουν σε βιολογική ασθένεια και μάλιστα την ονοματίζουν «Χρόνια Υποτροπιάζουσα Εγκεφαλική Νόσο».
.
Προωθούν τη μαζική αύξηση της χορήγησης υποκατάστατων, όχι μάλιστα σε συνθήκες υψηλών προδιαγραφών και απεξαρτητικού προσανατολισμού, που θα ήταν ευεργετική για συγκεκριμένες ομάδες εξαρτημένων, αλλά κυρίως στην κατεύθυνση της «συντήρησης». Ταυτίζοντας μάλιστα τη φαρμακευτική υποστήριξη με την απεξάρτηση.
.
Αποκρύπτουν τόσο το ότι η χορήγηση υποκατάστατων ανταποκρίνεται μόνο στις ανάγκες των εξαρτημένων από τα οπιούχα, προβάλλοντάς την ως πανάκεια αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, όσο και το ότι τα μέλη των προγραμμάτων συντήρησης θα παραμένουν «νόμιμα εξαρτημένα» για όλη τους τη ζωή.
.
Εξισώνουν έναντι του νόμου και της κοινωνικής κριτικής το πέρασμα από την παράνομη χρήση «φυσικής» ηρωίνης στη νόμιμη χρήση ενός υποκατάστατού της με την προσπάθεια απεξάρτησης χωρίς τη χρήση ουσιών. Με τον τρόπο αυτόν ένας χρήστης υποκατάστατων που θα παρακολουθεί ένα πρόγραμμα συντήρησης, θα δικαιούται επί χρόνια αναστολή σύλληψής του, ενώ ένα μέλος «στεγνού» προγράμματος, μετά την αποφοίτησή του θα καλείται να δικασθεί. Ένας φυλακισμένος χρήστης που θα εντάσσεται στη λήψη υποκατάστατων, θα δικαιούται να αποφυλακισθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που θα αποφυλακίζεται κάποιος που επέλεξε τον δύσκολο δρόμο της πλήρους απεξάρτησης.
.
Ποινικοποίηση της χρήσης
.
Προχωρούν στην αποποινικοποίηση της χρήσης, στην ελεύθερη δημόσια τέλεσή της από εξαρτημένα άτομα και στη νόμιμη καλλιέργεια για προσωπική ικανοποίηση. Εσκεμμένα συγχέουν την ποινικοποίηση της χρήσης με τη φυλάκιση των εξαρτημένων, ενώ και το ισχύον νομικό σύστημα προβλέπει τρόπους αποφυγής της φυλάκισής τους. Ενώ επίσης γνωρίζουν ότι όλοι υποστηρίζουν πως οι εξαρτημένοι έχουν ανάγκη ύπαρξης «θεραπευτικών» προγραμμάτων και όχι σωφρονιστικών καταστημάτων. Ενώ, τέλος, γνωρίζουν ότι η κοινωνική αποστροφή έναντι μίας πράξης δεν ταυτίζεται πάντα με την τιμωρία του εκτελεστή της (π.χ. κανείς δεν θα αποτολμούσε να αποποινικοποιήσει τον φόνο, αλλά ποια είναι η ποινή για φόνο «σε άμυνα»;).
.
Απομονώνουν το κοινωνικό ενδιαφέρον και περιορίζουν τη δικαστική πρακτική στην ποινικοποίηση ή όχι της χρήσης, στην ποσότητα της ουσίας που αυτός μεταφέρει, αδιαφορώντας για το τι θα συμβεί στο εξαρτημένο άτομο ύστερα από μία αθωωτική απόφαση. Αφού ολοκληρωθεί μία δικαστική διαδικασία, ο αθώος πια, αλλά ενεργός χρήστης και τα σημαντικά του πρόσωπα θα εγκαταλείπονται στη μοίρα τους.
.
Επιτρέπουν την ιδιωτικοποίηση (άρα και την εμπορευματοποίηση) της πρωτογενούς πρόληψης, της «θεραπείας», της κοινωνικής ενσωμάτωσης των εξαρτημένων, ενώ ταυτόχρονα συρρικνώνουν βίαια τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων «ελεύθερων ουσιών».
.
Αποφεύγουν τη ρητή προβολή του ιδιαίτερου ρόλου των υπαρχόντων Κέντρων Πρόληψης, βασικών συντελεστών στην προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος.
.
Δεν είναι λοιπόν μοιραίο και αυτονόητο πως σε ένα τέτοιο τοπίο αφενός θα προκύψει μία αυξημένη ανοχή των πολιτών έναντι της χρήσης και αφετέρου θα οδηγηθούμε στην απενοχοποίησή της; Και αν η νομιμοποίηση ή η αποποινικοποίηση της χρήσης αποτελούν νομικές πράξεις, η απενοχοποίησή της, ως άρρηκτα συνδεδεμένη με το κοινωνικό αξιακό σύστημα, το υπονομεύει.
.
Και τι σημαίνουν όλα αυτά σε συνθήκες βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, όπου νέοι άνθρωποι χωρίς όνειρα, στόχους και ιδανικά, άνεργοι και με «εκπαίδευση» που απέχει πολύ από τη «μόρφωση», καταλήγουν ευάλωτα θύματα υιοθέτησης διάφορων «φυγών»; Και όταν στην παρούσα κοινωνική και οικονομική συγκυρία η κυβέρνηση της χώρας επέλεξε να προωθήσει για συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή το νέο νομοσχέδιο, αλήθεια πιστεύει κανείς ότι όλες αυτές οι επιλογές δεν συνιστούν μεθόδους χειραγώγησης της κοινωνίας και ειδικότερα του πιο νέου, του πιο αγωνιστικού και του πιο ελπιδοφόρου κομματιού της;
.
Και ακόμα, πιστεύει κανείς πως «το δικαίωμα στην αυτοπροσβολή» ή «η αποφόρτιση των φυλακών» είναι ισχυρά άλλοθι για το σύνολο αυτών των επιλογών;
.
* Επιστημονικά Υπεύθυνος του Προγράμματος Εναλλακτικής Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων «ΑΡΓΩ» του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης.
.
Αναδημοσίευση από το: http://topontiki.gr/article/30843
.
Σχόλια