Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΕΘΕΑ ΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΕΘΕΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ (Ν.3459/2006)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στον ισχύοντα Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά έχουν ενσωματωθεί ρυθμίσεις δοκιμασμένες στον χρόνο και αρκετά λεπτομερείς. Στην πράξη ωστόσο αντιμετωπίζεται ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο επιβαρύνει τόσο το σωφρονιστικό σύστημα όσο και την αντεγκληματική πολιτική, ενώ οδηγεί επίσης και σε δυσαναλογίες της ποινικής μεταχείρισης. Πρόκειται για τη σπανιότητα εφαρμογής, που φθάνει ως και την αχρησία, των ρυθμίσεων που προβλέπουν ειδικά και εναλλακτικά μέτρα για κατηγορούμενους ή καταδικαζόμενους εξαρτημένους από ναρκωτικά.

Η παραγνώριση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων (άρθρα 30-32 Κ.Ν.3459/2006) οφείλεται σε μία δυσπιστία απέναντι σε ισχυρισμούς περί εξάρτησης, αλλά και σε μία παγιωμένη νομολογιακή επιλογή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μία απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου (7/1995) , παρά τον Ποινικό Κώδικα που ορίζει ότι ο χαρακτήρας των εγκλημάτων (κακουργήματα ή πλημμελήματα) ορίζεται με βάση ακριβώς την απειλούμενη ποινή, και ενώ η γενικά απειλούμενη ποινή στην περίπτωση των εξαρτημένων είναι ελαφρότερη και αντιστοιχεί σε πλημμέλημα, αυτή η διαφοροποίηση παραγνωρίζεται. Ο ποινικός χαρακτήρας κακουργήματος, που ταιριάζει σε ψυχρούς δράστες, διατηρείται. Η μείωση της απειλούμενης ποινής για τους εξαρτημένους λογίζεται δηλαδή από το ανώτατο δικαστήριο σαν είδος ελαφρυντικού, που δεν έχει σχέση με το χαρακτήρα του εγκλήματος και την ενοχή. Επειδή, όμως, αναμφίβολα η εξάρτηση αφορά την ενοχή, μειώνοντας εδώ την ικανότητα του ανθρώπου να επιλέγει τα νόμιμα, για αυτό η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση είναι νομικά και επιστημονικά προβληματική (δυσανάλογη).

Ας σημειωθεί, ότι αυτή η ειδική ποινική μεταχείριση για τους εξαρτημένους καθόλου δεν ταιριάζει στους δράστες των βαρύτερων μορφών διακίνησης (εμπορίας). Αν π.χ. κάποιος εισάγει τρεις τόνους ναρκωτικών, δεν το κάνει εξαιτίας της εξάρτησης, ακόμη κι αν θα ήταν εξαρτημένος.

Συνέπειες παραγνώρισης του πλημμεληματικού χαρακτήρα της κοινής διακίνησης ναρκωτικών από εξαρτημένους είναι οι εξής:
στους παραπάνω επιβάλλεται προσωρινή κράτηση, ενώ η επιβολή περιοριστικών όρων, οι οποίοι να συνδέονται με την απεξάρτηση, θα ήταν πολύ αποτελεσματικότερη, από άποψη θεραπευτική και αντεγκληματική.
ο χρόνος της υπό όρους απόλυσής τους απομακρύνεται δυσανάλογα (εφόσον επιβάλλεται κάθειρξη ορίζεται στα 4/5 της διάρκειας της ποινής, υπερβαίνοντας ακόμη και το προβλεπόμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση όριο)
ο βαρύς κακουργηματικός χαρακτήρας δυσχεραίνει πολλαπλά την εφαρμογή διαφόρων εναλλακτικών θεραπευτικών μέτρων που προβλέπονται από την ποινική νομοθεσία

Φθάνουμε έτσι, μεταξύ άλλων, σε μία συμφόρηση των φυλακών καθώς οι κρατούμενοι για εγκλήματα σχετικά με ναρκωτικά φθάνουν στο ένα δεύτερο του έγκλειστου πληθυσμού και ο συνολικός αριθμός των εξαρτημένων υπερβαίνει και το ποσοστό αυτό (προστίθενται εξαρτημένοι κατάδικοι για κλοπές κλ.π.). Είναι γνωστό ωστόσο ότι ο εγκλεισμός στη φυλακή αποδιοργανώνει την κοινωνική ζωή μετά την απόλυση και ότι συνδέεται με φαινόμενα υποτροπής στο έγκλημα.

Την ίδια στιγμή, όμως, θετικά αποτελέσματα όχι μόνο για την ίδια την εξάρτηση, αλλά και για την απεμπλοκή από την εγκληματικότητα έχει δείξει η μετά πενταετία αξιολόγηση της πορείας των απεξαρτημένων: το 75% όσων είχαν προσέλθει στις υπηρεσίες του ΚΕΘΕΑ είχαν ποινικές εμπλοκές. Κανείς όμως από τους απεξαρτημένους που είχαν μείνει στις κοινότητες πάνω από ένα χρόνο δεν φυλακίστηκε στο ακόλουθο διάστημα των πέντε χρόνων. Με δύο λόγια: η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά αποτελεί (και) μέσο πρόληψης της εγκληματικότητας, ενώ η φυλακή την αναπαράγει.

Οι παρακάτω προτεινόμενες ρυθμίσεις σκοπό έχουν να αντιμετωπίσουν την παραπάνω δυσλειτουργία, διευκολύνοντας την ανάλογη με την ευθύνη τους ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων και την υποβολή τους σε θεραπευτικά εναλλακτικά μέτρα, αποτελεσματικά τόσο για τη βελτίωση της υγείας τους όσο και για την ειδική πρόληψη της εγκληματικότητας.

1. Αλλαγές στο άρθρο 30 του νόμου 3459/2006, το οποίο αφορά εξαρτημένους δράστες.
Αλλαγή τίτλου άρθρου 30 από «χρήστες ναρκωτικών ουσιών που υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση» σε «ποινική ευθύνη εξαρτημένων από ναρκωτικά».
Επίσης, αναδιατύπωση:
Άρθρου 30 παρ.1 σε «Ο καταλογισμός ευθύνης σε όσους απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις χωρεί κατά τους όρους του νόμου αυτού».
Άρθρου 30 παρ.4 περίπτωση Α: Αντί «παραμένει ατιμώρητος» να γραφεί «η πράξη δεν του καταλογίζεται».
Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 30 προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Ο ποινικός χαρακτήρας των πράξεων που εμπίπτουν στην παρούσα παράγραφο κρίνεται με βάση τις απειλούμενες στις περιπτώσεις β και γ ποινές».

Αιτιολογία πρότασης:

Η ρητή νομοθετική σύνδεση της εξάρτησης με τον καταλογισμό (με άρση ή αντίστοιχα μείωση του καταλογισμού, εφόσον συντρέχει) θα έχει γενικευμένες πρακτικές συνέπειες. Συγκεκριμένα θα υποχρεώσει τα δικαστήρια να αποδεχθούν ότι η προβλεπόμενη μείωση της ποινής συνεπάγεται στις πλείστες περιπτώσεις μεταχαρακτηρισμό των εγκλημάτων από κακουργήματα σε πλημμελήματα. Αυτό άλλωστε ορίζεται ρητά από το προστιθέμενο με την παρούσα πρόταση τελευταίο εδάφιο στην παράγραφο 4 του άρθρου 30.
Παραπέρα συνέπειες του παραπάνω μεταχαρακτηρισμού είναι: Η μείωση των περιπτώσεων όπου επιβάλλεται προσωρινή κράτηση, η σημαντική αύξηση των περιπτώσεων κατά τις οποίες η απόλυση εξαρτημένων υπό όρους είναι δυνατή πριν από την έκτιση των 4/5 της ποινής και επομένως η διευκόλυνση εφαρμογής των θεραπευτικών ρυθμίσεων στο πλαίσιο του σωφρονιστικού συστήματος.
Ας σημειωθεί ότι η θέση αυτή υποστηρίζεται από την συντριπτική πλειονότητα των θεωρητικών και από ένα μέρος (μη κυρίαρχο) της νομολογίας.


2.Ενοποίηση ορολογίας
Ο όρος εξάρτηση, ήδη χρησιμοποιούμενος από το νομοθέτη και ταιριαστός με τον ορισμό του άρθρου 30 παρ.1, πρέπει να αντικαταστήσει τον όρο τοξικομανία στο κείμενο του νόμου (άρθρο 30 παρ. 3 εδ. 1, άρθρο 31 παρ. 6), όπου έχει απομείνει. Στον τίτλο του άρθρου 31 αντί «χρηστών» να γραφεί «εξαρτημένων χρηστών».

Αιτιολογία πρότασης:

Η εναλλαγή διάφορων όρων για την απόδοση της ίδιας έννοιας δυσκολεύει την εφαρμογή του νόμου. Η ασφάλεια του δικαίου απαιτεί ενότητα ορολογίας. Εξ’ άλλου, οι όροι «τοξικομανείς» και «τοξικομανία» είναι στιγματιστικοί, πράγμα που δεν ισχύσει για τους αντίστοιχους «εξάρτηση, εξαρτημένος».



3. Τροποποίηση άρθρου 23 (βαρύτερες μορφές διακίνησης ναρκωτικών)
Στο άρθρο 23 (επιβαρυντικές περιστάσεις) απαλείφονται οι λέξεις «κατά συνήθεια».

Αιτιολογία πρότασης:

Εφόσον πραγματοποιηθούν οι μεταβολές στο άρθρο 30 που προτείνονται παραπάνω θα γίνει σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 23 δεν θα έχει ως βάση και τα πλημμελήματα των εξαρτημένων δραστών. Χρειάζεται ωστόσο για να αποφεύγονται παρερμηνείες να απαλειφθεί ο όρος «κατά συνήθεια», επειδή προκαλεί σύγχυση με τον αντίστοιχο «καθ’ έξη». Υπενθυμίζεται ότι η έξη είναι χαρακτηριστικό της εξάρτησης, ότι συντρέχει επομένως σε πλείστες περιπτώσεις και επομένως δεν ενδεικνύει έναν εξαιρετικά βαρύ χαρακτήρα που να δικαιολογεί την προσφυγή στις περιπτώσεις του άρθρου 23 Π.Κ. και την επιβολή ισόβιας κάθειρξης


4. Τροποποιήσεις σε επιμέρους ρυθμίσεις ώστε να διασφαλιστεί ή να επεκταθεί η διασφάλιση της εφαρμογής των εναλλακτικών μέτρων θεραπείας αντί ποινής

Α. Στο άρθρο 31 παρ. 1 εδ. 1 αντί
«1.α. Σε περίπτωση εγκλήματος του άρθρου 5 του ν.1729/87 όπως ισχύει, ως και σε περίπτωση εγκλήματος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεσθεί από πρόσωπο που απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών. . »
να γραφεί «1.α. Σε περίπτωση εγκλήματος του άρθρου 5 του Ν.1729/87, όπως ισχύει, ως και σε περίπτωση εγκλήματος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεστεί, σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση ή με στοιχεία που προέκυψαν εκ των υστέρων, από πρόσωπο που απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών...»

Αιτιολόγηση πρότασης.

Πολλές φορές η καταδικαστική απόφαση δυνάμει της οποίας κρατείται ένας εξαρτημένος δεν μνημονεύει την εξάρτησή του (έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών), επειδή ο ίδιος δεν είχε προβάλει στη δίκη σχετικό ισχυρισμό ή για άλλο διαδικαστικό λόγο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, με βάση την ισχύουσα διατύπωση, να παρακάμπτονται τα εναλλακτικά μέτρα απεξάρτησης. Η μεταρρύθμιση θα επιτρέψει την εφαρμογή τους ακόμη και σε περιπτώσεις όπως η καταδικαστική απόφαση δεν περιλαμβάνει τη μνεία της εξάρτησης, αλλά αυτή προκύπτει από μεταγενέστερα στοιχεία.

Β. Στο προτελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 30 προτείνεται να αναμορφωθεί ο κατάλογος των εγκλημάτων που εξαιρούνται από εκείνα στα οποία επιτρέπεται η εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων.
Συγκεκριμένα αντί του άρθρου 380 ΠΚ (ληστεία) να γραφεί 380 παρ. 2 ΠΚ, αντί του άρθρου 306 ΠΚ (έκθεση) να γραφεί 306 παρ.2 ΠΚ και να αφαιρεθεί από τον κατάλογο το άρθρο 309 ΠΚ (επικίνδυνη σωματική βλάβη)

Αιτιολόγηση πρότασης

Πρόκειται για εγκλήματα που πολύ συχνά διαπράττονται από εξαρτημένους και που συνδέονται με προσπάθεια απόκτησης ναρκωτικών, χωρίς να εμπίπτουν στις βαρύτερες μορφές τέλεσης. Η δυνατότητα εφαρμογής των διευκολύνσεων για εξαρτημένους και στην περίπτωση των παραπάνω συχνά τελούμενων πράξεων θα πολλαπλασιάσει την αποτελεσματικότητα του θεραπευτικού και του προληπτικού έργου στο πλαίσιο του σωφρονιστικού συστήματος.

Γ. Στο άρθρο 30 παρ. 3 εδ. 1, αντί
«ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση...»
να γραφεί
«ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση για τα εγκλήματα που μνημονεύονται στην επόμενη παράγραφο καθώς και στο άρθρο 31 παρ. 1 εδ. 1 του παρόντος νόμου....»


Αιτιολόγηση πρότασης:

Θα καταστεί σαφές ότι σε περίπτωση προβολής ισχυρισμού εξάρτησης η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ακόμη και αν πρόκειται για έγκλημα κλοπής ή για άλλα από τα συχνά τελούμενα από εξαρτημένους εγκλήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 31 παρ.1 εδ.1 του ίδιου νόμου.

Δ. Στο άρθρο 31 παρ. 4 εδάφιο προτελευταίο, αντί «αποφάσεις ή βουλεύματα για εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά ή κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας του ΠΚ όπως αυτά καθορίζονται στην παρ.1 ...»
να γραφεί «αποφάσεις ή βουλεύματα για εγκλήματα που αναφέρονται....».
Ανάλογα, στην παρ. 5 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, αντί «αποφάσεων ή βουλευμάτων για εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά ή κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας του ΠΚ όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1...»
να γραφεί «αποφάσεων ή βουλευμάτων για εγκλήματα που αναφέρονται στην παρ. 1...»

Αιτιολόγηση πρότασης.

Με τις παραπάνω παρεμβάσεις θα γίνει σαφές ότι τα εναλλακτικά μέτρα εφαρμόζονται στο σύνολο των άρθρων που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Η μεταρρύθμιση αυτή εξάλλου θα συντελέσει στην ασφάλεια του δικαίου, αφού θα ισχύει ενιαίος κατάλογος περιπτώσεων (ο αναφερόμενος στο άρθρο 31 παρ. 1) και όχι διαφορετικός ανά παράγραφο.

Ε. Στο άρθρο 31 παρ. 11, αντί
«επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου σύμφωνα με τον νόμο θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης μπορεί να αναγνωριστεί ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής»,
να γραφεί «επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου σύμφωνα με το νόμο θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης αναγνωρίζεται ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής».


Αιτιολόγηση πρότασης.

Η ισχύουσα δυνητική διατύπωση είχε οδηγήσει σε σπανιότητα εφαρμογής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: